Saturday, August 4, 2012

Marine Days


(Z.K.)

Θαλασσινές Μέρες

Χορεύεις μπάλο με την ακρογιαλιά και τους μικρούς όρμους, κλέβοντας τα κύματα απ' η θάλασσα, αφήνοντάς την νερό κοιμισμένο αφού αιχμαλώτισες την εγρήγορσή της στα πόδια σου.
Και μετά;

Marine Days

You dance Ballos along the seashore and the little bays, stealing waves from the sea, leaving it an idle water, since you’ve captured its restlessness on your feet.
And then?

(Z.K.)

Τσακώνεις τα μελτέμια που σκαλώνουν στ' αρμυρίκια, τα μαντηλοδένεις στη μέση σου και στέλνεις τα μαλλιά σου στη ρότα τους, πέρα, πάνω απ' το χουζουρεμένο σώμα του νησιού.
Και μετά;

You grab the etesian winds, which get caught on the shore trees, you tie mantles around your waist and you send your hair to their route, away, beyond the sprawling body of the island.
And then?

(Z.K.)


Κόβεις την ακύμαντη θάλασσα μ' αιχμηρές απλωτές ή την αγκαλιάζεις με διάπλατες χεριές, χορεύοντας μέσα της κάθε τόσο την αρμονία των ψαριών.
Και μετά;

You cut the waveless sea stretching sharply or you hug it with a wide-open embrace, dancing every now and then the harmony of the fish.
And then?   



(Ζ.K.)


Κάθεσαι το βράδυ στο γεφυράκι και χτίζεις τον ορίζοντα με ευθείες ματιές και καμπύλες σκέψεις. Ή ακόμα, καλλιεργείς στις φωτοβραγιές πάνω στα νερά επιθυμίες κι ελπίδες, ενώ δίπλα σου η ζωή συνεχίζεται...

Και μετά;

You sit on the tiny bridge in the evenings and you built an horizon with straight gazes and curved thoughts; or yet, you cultivate wishes and hopes along the light beds on the water surface while beside you life goes on.
And then?




(Th.K.)

Προσπαθείς να χορτάσεις το λευκό, τα κόκκινα ή μπλε πορτοπαράθυρα, τις ασβεστογραφίες στα σοκάκια και στις αυλές, το μάτωμα της θάλασσας σε κάθε ηλιοβασίλεμα, την τολμηρή αρχιτεκτονική, το καστανόξανθο βουνό με τις ξερολιθιές και τους ανεμόμυλους (ή τ' απομεινάρια τους). 
Και μετά;
Μετά τι;

You try to get satiated by the white colour, the red or blue doors and windows, the lime drawings on the alleys and yards, the sea bleeding during every sunset, the bold architectural shapes, the light maroon mountain with the dry-stone fencing around it and the windmills (or even their remnants).
And then?
Then what?



(Th.K.)


Μετά φεύγεις, παίρνοντας για ψυχή ένα νησί, ενώ εκείνη έχει ξεμείνει εκεί, να προλάβει να καθαρθεί με αλάτι, νερό, ήλιο κι αέρα και να ξαναγίνει όπως σου δόθηκε από την αρχή.

Then you leave, taking an island as your soul, while your  real one has remained there, to take its time and refine 
through salt, water, sun and wind, to revive and become as it was given to you from the beginning.


Z.K.


(written on Kythnos island, in 1999)