Monday, November 11, 2013

Με Μια Ομπρέλα

(Απάντηση - συνέχεια στην παράλληλη ιστορία της @EleniGarifalaki   

"Η Κυρία των Μπισκότων" )




Κυρία:


Είχε περάσει ώρες μέσα στο πολυκατάστημα. Να διαλέξεις δώρα για τόσα παιδιά δεν είναι κάτι εύκολο! Ιδιαίτερα στις μέρες μας, με τους προϋπολογισμούς αποδεκατισμένους...Ευτυχώς είχε έρθει η υπεύθυνη του Ξενώνα μαζί της κι είχε πάρει τα πακέτα, γιατί ο νόμος του Μέρφι έμοιαζε σήμερα να εφαρμόζεται σε κάθε της βήμα: το αυτοκίνητο στο γκαράζ, το ρεπό της μισό, τα ψώνια πολλά και για όλους, οι μπότες της αποφάσισμένες να μπάσουν νερά, το αδιάβροχό της σκισμένο από την προχθεσινή γλίστρα μπροστά στο σπίτι της, και ο καιρός πιο πένθιμος κι από Μεγάλη Παρασκευή…


Στάθηκε έξω από την πόρτα του πολυκαταστήματος, κάτω από τη μεγάλη μαρκίζα. Είχε την ομπρέλα της, αλλά πόσο θα την προστάτευε από αυτή τη νεροποντή; Κι είχε ακόμα μια-δυο υπηρεσίες να επισκεφτεί - χώρια το καφενείο της αδερφής της για να της δώσει τα δώρα για τα ανήψια. Αυτόν τον καιρό τον αγαπούσε μόνο όταν δεν είχε να πάει πουθενά…


Χωμένη στην κατήφειά της, δεν πήρε είδηση κάποιον που είχε έρθει να σταθεί κάτω από τη μαρκίζα δίπλα της παρά μόνο όταν ένιωσε κάτι οικείο και είδε το χέρι του, καθώς εκείνος έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν του. Πώς εξαφανίστηκε το πολυκατάστημα και...ο νόμος του Μέρφι, ούτε που το κατάλαβε η Κυρία. Στο νου της ήρθαν το αεροδρόμιο και τα μπισκότα - που νόμιζε “της”, αλλά ήταν “του”!


Ο άγνωστος εκείνη στιγμή κινήθηκε κι έκανε να φύγει. Η νεροποντή είχε μετριάσει την έντασή της, χωρίς όμως να επιτρέπει βόλτες χωρίς ομπρέλα. Ο Κύριος των μπισκότων ήδη απομακρυνόταν, χωρίς καμιά προστασία από τη βροχή. Έτρεξε πίσω του ανοίγοντας την ομπρέλα. Σχεδόν αμέσως κατάφερε να τον φτάσει και να τον σκεπάσει μ’ αυτή. Εκείνος γύρισε απορημένος. Δε φάνηκε να την αναγνωρίζει. Φυσικό ήταν: από τη μια τα λίγα λεπτά της πρώτης τους συνάντησης πριν 5 χρόνια κι από την άλλη η φωτιά πριν 2 χρόνια, που είχε αφήσει κάποια ενθύμια στο πρόσωπό της, δεν του το επέτρεπαν.


Ο Κύριος των μπισκότων της χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και την ευχαρίστησε. Η Κυρία τον ρώτησε αν μπορούσε να τον συνοδέψει με την ομπρέλα ως τον προορισμό του. Στο σταθμό του μετρό θα πήγαινε, λίγα βήματα παρακάτω. Δεν της έκανε καθόλου κόπο, θα τον συνόδευε. Μπροστά στην είσοδο του σταθμού, ο Κύριος την ευχαρίστησε ξανά κι έτρεξε προς την αποβάθρα.


Η Κυρία τράβηξε για την Εφορία, μ’ ένα χαμόγελο που δε θα συμμερίζονταν, ούτε καν θα κατανοούσαν, οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι στα γραφεία...


Κύριος:


Η βροχή άρχισε ενώ εκείνος κόντευε στο σταθμό του μετρό. Λίγο πριν το μεγάλο πολυκατάστημα, έγινε νεροποντή. Δεν είχε ομπρέλα ή αδιάβροχο μαζί του, γιατί όταν ξεκίνησε από το σπίτι το πρωί ο καιρός ήταν καλός. Αναγκαστικά, χώθηκε κάτω από τη μεγάλη μαρκίζα του πολυκαταστήματος. Μια νέα Κυρία δίπλα του φαινόταν ιδιαίτερα προβληματισμένη - θα την έλεγες και κατσούφα. Ήταν άγνωστη, αλλά είχε κάτι οικείο. Θα ‘ταν μάλλον ο τρόπος που κρατούσε την κλειστή ομπρέλα της. Του θύμισε τη μητέρα του με τη δική της ομπρέλα. Έτσι την κρατούσε κι εκείνη. Δεν ήταν όμως ποτέ κατσούφα όταν έβρεχε…


Η νεροποντή συνεχιζόταν. Ο Κύριος κοίταξε το ρολόι του. Είχε χρόνο για το ραντεβού με το γιατρό. Έβγαλε τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν. Οι τρεχάτοι περαστικοί τον διασκέδαζαν. Τσαλαβουτούσαν όπως όπως στα απόνερα κι έσπευδαν να γλιτώσουν από τη βροχή, με τρόμο θα ‘λεγε κανείς, λες κι ήταν από ζάχαρη και θα έλιωναν.


Κάποια στιγμή, η νεροποντή έγινε βροχούλα. Εντάξει, τώρα θα μπορούσε να φτάσει στο σταθμό, χωρίς να μουλιάσουν τα ρούχα του. Άλλωστε, το μπουφάν είχε αδιάβροχη επίστρωση. Τι θα πάθαινε για λίγα μέτρα; Ξεκίνησε με ταχύ βήμα, αλλά πριν προλάβει καν να νιώσει βροχή πάνω του, μια ομπρέλα τον σκέπασε. Γύρισε απορημένος και είδε την Κυρία της μαρκίζας. Χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και την ευχαρίστησε. Χάρηκε στη σκέψη ότι υπάρχουν ακόμη ευαίσθητοι άνθρωποι στις μέρες μας, όπως αυτή η Κυρία.


Τον ρώτησε αν θα μπορούσε να τον συνοδέψει στον προορισμό του κι εκείνος δεν αρνήθηκε, αφού ο σταθμός ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω. Απλά, δεν ήθελε να τη βάλει σε κόπο. Εκείνη απάντησε ότι δεν ήταν καθόλου κόπος κι έτσι έφτασαν μπροστά στην είσοδο του σταθμού. Την ευχαρίστησε με ευγνωμοσύνη κι έτρεξε προς την αποβάθρα. Η Κυρία συνέχισε το δρόμο της ενώ εκείνος ακύρωνε το εισιτήριό του. Σ’ ένα από τα παγκάκια του σταθμού, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μοιράζονταν ένα πακέτο μπισκότα. Της αγαπημένης του μάρκας. Ο συρμός έφτασε σφυρίζοντας κι ο Κύριος χώθηκε σ’ένα βαγόνι. Στην πρώτη στροφή, είδε την Κυρία να διασχίζει τη μικρή πλατεία κοντά στο σταθμό.

“Ευχαριστώ πολύ, Κυρία των μπισκότων!”, ψιθύρισε.


Ζαφειρία Κωστοπούλου

Εναλλακτικά




Η τηλεόραση βρέχει πάλι αριθμούς απόψε
Καταιγισμούς ερεθισμάτων
Μην αφήνεις την ομπρέλα σου όπου να ‘ναι
Ορίστε τώρα θα χρειαστείς αδιάβροχο
Κι άντε να βρω ειρμούς να στο μπαλώσω!
Δε βλέπεις που τρέχω
Κάτω απ’ τις μαρκίζες
της προσευχής
της μελέτης
της πράξης
της μοιρασιάς
και των άλλων οικοδομών
της Διαδραστικής Κατασκευαστικής Α.Ε.
Έλα να σταθείς πλάι μου
Είναι διασκεδαστική η βροχή
όταν δε μας αγγίζει


Άρχισαν να πονάνε τα κόκκαλα
Όλα
Γιατί χάθηκε η Βγαλμένη
Μάλλον απήχθη
Μη όντας πια και τόσο Αντρειωμένη
Ή μη βρίσκοντας καν το λόγο
Είναι πολύ πιθανό να πιάστηκε
Από τα ω! των μεμονωμένων
Και να αιωρείται ως Δαμόκλειος
Πάνω από τις αλήστου μνήμης ονειροπολήσεις
των επαναπαυμένων.
Θέλει η Απηγμένη
την αρετή και την τόλμη της
Τις θέλει απτές σε κάθε βήμα
Τις θέλει οπτές σε κάθε φλόγα της καρδιάς
Δεν τις γυρεύει στα ερείπια της κτίσης
Δεν τις ανιχνεύει στα μονόχνωτα χτυπήματα
Παρά ψάχνει στους καλλιεργητές της και τα χωράφια τους
Στα ενωμένα χέρια που φτιάχνουν ζωή.



Alternatively


Television is raining nunbers once more tonight
Stimuli-storming
Don't leave your umbrella wherever you go
Here, you're going to need a raincoat now
And I'll have to find consistencies to mend it
Don't you see me running
Under the eaves of 
praying
studying
making
sharing
and the rest of the buildings 
erected by Interactive Constructions Ltd
Come, stand by me
The rain is amusing
when it can't touch us.

The bones have started aching
-everyone of them - 
because the Arisen is lost
It's been probably Abducted
Being not so Valiant anymore
Or not even finding any reason to be
It's most possible that it got caught up
Into the "Aw!"s of the scarce ones
And is tangling like a Damokles sword
Above the indelible memorial day-dreaming
Of the ones who have settled in.
This Abducted demands 
Its virtue and grit
It demands them tangible in each and every step
It demands them burning in each and every flame of heart
It doesn't seek them inside the remnants of creation
It doesn't trace them inside the withdrawn blows
It's only searching among its cultivators and their fields
Among the united hands making life.


Ζ.Κ.

Friday, May 31, 2013

June



Daylight came along...
The aftermath of this entry
justified various expectations
paying with Santa's coins
the debts of winter, overcharged with interest
How strong could this hope be anyway
It managed to enrage
the constantly rebutting rectangles
To change the shapes
To procreate circles by twirling
As if not consenting
cloudy the stain
started spreading spots
on the field of view
which tried to make them transparent
and its prisms broke down
Could this have been the factor
that caused riots
or the attraction between the heteronyms
Either way the day ended up white
not even having started yet
Many people passed
through the gates
when the things got clear
and they seemed to not be disturbed by
the reversal of the hours
The eye gets easily accustomed
even though 
it's June to be blamed as guilty
for absolving the ignorant ones
from the gray dim light
A door this summer is too.


ΙΟΥΝΗΣ

Ξημέρωσε.
Ο απόηχος της εσόδου
δικαίωσε τις όποιες προσμονές
πληρώνοντας με νομίσματα αγιοβασιλιάτικα
τις οφειλές τις έντοκες του χειμώνα
Πόσο δυνατή ήταν πια αυτή η ελπίδα
Κατάφερε να εξαγριώσει
τα συνεχώς αρνούμενα παραλληλόγραμμα
Να αλλάξει τις μορφές
Να γεννήσει κύκλους από περιστροφή
Σα να μη συμφωνούσε
συννεφιασμένη η μελανιά
κι άρχισε ν' απλώνει κηλίδες
στο οπτικό πεδίο
Που πήγε να τις κάνει διαφανείς
και του έσπασαν τα πρίσματα
Να ήταν αυτό άραγε
που προκάλεσε επαναστάσεις
ή η έλξη των ετερωνύμων
Πάντως η μέρα κατέληξε λευκή
Κι ούτε που είχε αρχίσει ακόμα
Περάσανε πολλοί
μέσα από τους πυλώνες
όταν ξεκαθαρίσανε τα πράγματα
κι έδειχνε να μην τους νοιάζει
η αντιστροφή των ωρών
Συνηθίζει εύκολα το μάτι
όσο κι αν είναι
ο Ιούνης ο ένοχος
για την απαλλαγή των αδαών
από το γκρίζο ημίφως
Μια πόρτα είναι κι αυτό το Καλοκαίρι

Z.K.




Monday, March 25, 2013

A CLASS OUT OF ORDER


(WHEN THE FAIRY TALES GO TO SCHOOL)

ACT A' - Scene A'

    A classroom with furniture which reminds the fairy tales, beautifully decorated, with familiar items - and much more unknown or whimsical - bright and architecturally flexible. The items move periodically, by necessity or pure whim, just for a little while, and then they turn back to immobility again, according to the flow of events. The teacher is rather old-fashioned, reminds a lady-in-waiting of some palace from a fairy tale - definitely wears glasses.


TEACHER:             Snow White, my child, it is not time for apples right now! At the break...After all, how many times have I told you to be careful? Αnd you insist on apples!
SNOW WHITE:     But...but...
TEACHER:             Yes, I know: (miming Snow White with no success) "But apples are my favorite fruit, madam!". Alright, but since you know the dangers, you should try to avoid them. What's wrong with oranges?
SNOW WHITE:      ..............
TEACHER:              Anyway, tell us, Cinderella, what do you know about the Grand Battle of the Mice?
CINDERELLA:       You know, madam, yesterday I had to clean the whole house and make the cakes for the dinner, so I didn't have time to study. Thank God, the pigeons helped me! But I know nothing about Mice. Should I tell you how we clean the pans and make them shine?
CLARA:                   Oh well! She's in her own world! Madam, since the Mice are in mine, should I tell you what happened in the Battle, so that I could get the best grade and make my parents happy?
TEACHER:               Ah, you're all going to drive me crazy! How many times have I told you not to be indifferent towards your lessons, especially the Historiogeography, Phenomenology, Communication Codes and Interfairytale Studies? It is important to know the basics, so that you could communicate on a correct basis and interact creatively, without conflicts! 
GRETEL:                 Excuse me, madam, what does "correct basis" and "interact creatively" mean?
TEACHER:              It means "as you should" and "make nice relationships and things".
GRETEL:                 Don't we do this now?
TEACHER:             You do it - at least as far as I've observed during all this time I know you. However, when you become adults you will change. Everybody changes. Especially the ones of you who are going to occupy positions in charge, you're in danger of forgetting what you did at school.
BAD SISTER No1:  (snobbishly) Mmmmm, the funny farm to wear the trousers! All of them brainless and cloud heads!!!
TEACHER:               Did I hear anything form the back desks???.........Well, to the point: as you know, today is an examination day, so it is not you that choose who is going to say what, but I! Let's see what Hansel remembers of all the knowledge we shared about diet and food.
HANSEL:                 I don't remember much; the only thing I know is that some one can eat everything as long as he shows a bone instead of his arm to the bad witch - IF he wants to keep it safe in its place!
TEACHER:              Yes, my dear boy, but apart from this specific rule you've learnt BEFORE you came to this class, isn't there anything else you've acquired during the past school year? 
HANSEL:                Of course there is! I've also learnt that the oven isn't useful only to throw the bad witch in and be safe to leave, but also to bake cakes and food!

Some light laugh travels around the class, and the teacher, in a desperate facade, takes some notes down on her little grade book. 

TEACHER:              Quiet in the classroom, we aren't finished yet! You all have to be examined and graded today. You are not improving things with this fuss! So, now I would like Cinderella's two Bad Sisters to approach to the blackboard.

Indeed, they stand up, and start marching towards the blackboard. The Second one keeps stumbling and holding on the First one, who gets all the more annoyed. They stand in front of the blackboard and look at the teacher. First wears her widest smile, while Second does her best to seem charming - however, she fails completely, as her facial gesture degrades into a clumsy grin.

BAD SISTER No1:   (whispering among her teeth) Useless! Completely useless! You cannot achieve even a single fake smile!

TEACHER:                Well, girls, I'll examine you following the age order. First, my child, can you solve the equation three times 4x equals sixty?
BAD SISTER No1:    Of course, madam! (whispering) What did you think of me, you moron teacher, that I was some illiterate or uncultivated or a bimbo, like all these victims you've got here and torment them? 
TEACHER:                What are you whispering, First, is there any problem?
BAD SISTER No1:    No, madam, I'm just making some calculations.
TEACHER:                (with underlying suspicion) Ah, calculations...Nice, very nice!

During all this time while First is solving the equation and talking to the teacher, Second is picking her nose.

TEACHER:                 Second, my child, what's this behavior? Haven't I told you for a thousand times that a young lady does not pick her nose in public, neither does she rub her eyes, nor guffaw, nor shove, nor loiter here and there!
SECOND:                  And where she loiter, ma'am?

The whole class breaks into a vivid roar, and First offers a generous but muffled kick at Second's leg.

BAD SISTER No1:    (hisses like a snake) You've stained my reputation once more, you stupid thing!

Meanwhile, First has solved the equation and has found x=5.

TEACHER:                 Very well done, First! (First swells as a peacock) Now tell us what this 5 is.
BAD SISTER No1:     What "what this 5 is"? It's five!
TEACHER:                  Yes, it is, but in general (underlining it) what is it?
BAD SISTER No1:      A number.
TEACHER:                  Correctly! A number, but what number?
BAD SISTER No1:      (loses her grip, starts fidgeting her hands and biting her lip) What "what number", madam? Just a number. Not a letter, a number! A NUMBER!
TEACHER:                  (barely keeping her posture) Alright, First, my child, there's no need to yell! It is a number, I didn't say the opposite! But WHAT number?
BAD SISTER No1:      Oh my! You're unbearable, madam! (mockingly)"What number" and "what number"! All numbers are the same; numbers! What extra could they possibly have? Isn't it enough that we put up with their existence, are we going to be searching what more they are? - a needle in the haystack that is! (full of irony)Yeah, well, let us waste some grey matter on numbers! Like we didn't have anything more important to do! If you asked me about Princes, I'd understand and willingly answer everything! But about numbers!!! Well, no, I DON'T know what number is this 5, nor any other of them; I don't care and I've got more urgent things to do - let's say dress up, make up and go to parties - than seeking for the kinds of numbers! Do you UNDERSTAND?
TEACHER:                   (still calm on the surface, but boiling underneath) I do, First, I do. Very deeply, indeed! Please, sit down and try to get hold of yourself. Oh, and don't forget to take Second (who has already started wailing) with you. I don't think she's able to undergo any kind of examination right now. I'll see about her tomorrow.

First grabs Second's hand and drags her behind her as she moves through the desks, making her increase her wailing tones. 

TEACHER:                    Beautiful Bella, please, take Second in the next room and calm her down. I'd be mostly obliged!
TEACHER:                   (to the other students in the classroom, who are fidgeting in their seats and murmur) We are going to continue the examination for some minutes and then you can go release your energy during the break!

The class keeps quiet and then a light snoring is heard.

TEACHER:                    Oh my God, the Sleeping Beauty! I totally forgot her! Sleeping Beauty!

No response. The Sleeping Beauty keeps on sleeping on her desk. The teacher goes above her. 

TEACHER:                    Sleeping Beauty! Wake up, my dear! It's time for you to get examined! Wake up, please!.................Sleeping Beauty! SLEEPING BEAUTY!
SLEEPING BEAUTY:   (moves slightly while naging with her eyes still closed) Please, Mommy, don't wake me up! I don't want to go to school!
TEACHER:                    But you already ARE at school, Sleeping Beauty! Wake up to finish this!
SLEEPING BEAUTY:   (opening one eye, she sees her teacher, then she gets up in her seat with a yawn) Madam teacher! Please forgive me, madam teacher! I didn't realize I got asleep!
RUMPELSTILTSKIN:  (singing) And when aren't you asleep? You never remember it! You're always yawning! And we never see you moving!
TEACHER:                   Rumpelstiltskin! Quiet! Your time is near! Don't push your luck or I' ll get you grounded! (to the Sleeping Beauty) Tell me, child, where is the Kingdom of Far Far Away?
SLEEPING BEAUTY:  (with a gradually increasing impetus, as if she's trying to make up for the time she lost while she was asleep) The Kingdom of Far Far Away is located at the remote borders of our Fairytale Universe, it is inhabited by fifty-one myriads of natives and forty-two myriads of immigrants, incomparably beautiful natural sites, and a highly organised system of mass transportation, like dragons, carts, postal carriages, and horses of every speed capacity, for hire. Also, telecommunications are conducted by postal pigeons, while in special occasions they sent riding messengers..........Messengers. Period. Phew!
TEACHER:                    Excellent, child, but take time to breath in! You've made it now! I honestly wonder where did you find the time to study! 
SLEEPING BEAUTY:   I had some........subconscious learning while sleeping, madam!

The class bursts into laughter.

TEACHER:                    (teasingly) I'd say you saw it all in your dream. 
SLEEPING BEAUTY:   (with enthusiasm) How did you get it? In fact, I saw I visited the place flying on the back of a goose and...
NILS HOLGERSSON:  Whoa, Sleeping Beauty! Cut it down a little! Now you're going to say that we even traveled together! C'mon, girl!

Among a new burst of laughter, the bell rings. Curtain.


(12/6/2014 - UPDATE: This is the first scene of the first act. The play is now almost complete - apart from two-three songs...)


[Copyright: Zafiria Kostopoulou, March 2013]



ΜΙΑ ΤΑΞΗ ΣΕ ΑΤΑΞΙΑ



(ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ)



ΠΡΑΞΗ Α' - Σκηνή Α'

     Μια παραμυθένια τάξη σχολείου, με όμορφη διακόσμηση, με αντικείμενα γνωστά - και άλλα τόσα άγνωστα ή εντελώς παράδοξα - φωτεινή και ευέλικτη (αρχιτεκτονικά). Τα αντικείμενα κινούνται εκ περιτροπής, κατ' ανάγκην ή από καπρίτσιο, μόνο για λίγο και μετά περνούν πάλι στην ακινησία, ανάλογα και με τη ροή των γεγονότων. Η δασκάλα μάλλον συντηρητική, θυμίζει κυρία επί των τιμών παλατιού από κάποιο παραμύθι - οπωσδήποτε με γυαλιά.


ΔΑΣΚΑΛΑ:   Χιονάτη, παιδί μου, δεν είναι ώρα για μήλα! Στο διάλειμμα... Εξάλλου, πόσες φορές σου το έχω πει να προσέχεις κι εσύ επιμένεις να προτιμάς τα μήλα!
ΧΙΟΝΑΤΗ:    Μα...μα...
ΔΑΣΚΑΛΑ:   Ναι, ξέρω (μιμείται ανεπιτυχώς τη Χιονάτη): "Μα τα μήλα είναι τα αγαπημένα μου φρούτα, κυρία!". Εντάξει, αλλά αφού γνωρίζεις τους κινδύνους, θα έπρεπε να προσπαθείς να τα αποφύγεις. Χάθηκαν τα πορτοκάλια;
ΧΙΟΝΑΤΗ:.........
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Τέλος πάντων, πες μας Σταχτοπούτα, τι ξέρεις για τη Μεγάλη Μάχη των Ποντικών;
ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ:  Ξέρετε, κυρία, χθες είχα γενική καθαριότητα στο σπίτι και μετά έπρεπε να ετοιμάσω τα γλυκά για το δείπνο, οπότε δεν πρόλαβα να διαβάσω! Πάλι καλά που με βοήθησαν τα περιστεράκια! Όμως για Ποντικούς δε γνωρίζω τίποτα! Να σας πω πώς καθαρίζουμε τις κατσαρόλες και τις κάνουμε να λάμπουν;
ΚΛΑΡΑ:   Α, καλά, αυτή είναι στον κόσμο της! Κυρία, μια που οι Ποντικοί είναι στον δικό μου κόσμο, να σας πω εγώ τι έγινε, να πάρω και το δεκάρι, να χαρούν οι δικοί μου;
ΔΑΣΚΑΛΑ:   E, μα εσείς θα με τρελάνετε! Πόσες φορές σας έχω πει να μην αδιαφορείτε για τα μαθήματα, ιδίως την Ιστοριογεωγραφία, τη Φαινομενολογία, τους Κώδικες Επικοινωνίας και τη Διαπαραμυθιακή Μελέτη; Είναι σημαντικό να γνωρίζετε τα βασικά, ώστε να επικοινωνείτε σε σωστές  βάσεις και να αλληλεπιδράτε δημιουργικά, χωρίς συγκρούσεις!
ΓΚΡΕΤΕΛ:   Με συγχωρείτε, κυρία, τι θα πει "σωστές βάσεις" και "αλληλεπιδράτε δημιουργικά";
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Θα πει "όπως πρέπει" και "να φτιάχνετε μαζί όμορφες σχέσεις και πράγματα".
ΓΚΡΕΤΕΛ:   Και τώρα δηλαδή δεν το κάνουμε αυτό;
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Το κάνετε - τουλάχιστον απ' όσο έχω παρατηρήσει όσο σας γνωρίζω. Όμως όταν ενηλικιωθείτε θα αλλάξετε. Όλοι αλλάζουν. Εσείς, μάλιστα, που θα έχετε και υπεύθυνες θέσεις, κινδυνεύετε να ξεχάσετε τι κάνατε στο σχολείο.
ΚΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1: (σχεδόν ψιθυριστά): Μμμμμμ, κόψτε μούτρα για υπεύθυνες θέσεις! Όλες ονειροπαρμένες κι ηλίθιες!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Άκουσα κάτι από τα πίσω θρανία;.........Μάλιστα! Στο προκείμενο λοιπόν. Όπως ξέρετε, σήμερα είναι μέρα εξέτασης, οπότε δεν επιλέγετε εσείς ποιος θα πει τι, αλλά εγώ! Για να δούμε, τι θυμάται ο Χάνσελ από όσα είπαμε για τη διατροφή;
ΧΑΝΣΕΛ:  Τι να θυμάμαι, κυρία, το μόνο που έμαθα είναι ότι μπορεί κανείς να τρώει τα πάντα, αλλά στις κακές μάγισσες πρέπει να δείχνει κάποιο κόκαλο αντί για το πραγματικό του χέρι - ΑΝ θέλει να το κρατήσει στη θέση του!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Ναι, καλό μου αγόρι, όμως πέρα από τον συγκεκριμένο κανόνα, που τον έμαθες ΠΡΙΝ να αρχίσεις την τάξη, δεν έμαθες τίποτε άλλο μέσα σε αυτή τη σχολική χρονιά;
ΧΑΝΣΕΛ:   Ναι, έμαθα! Ότι ο φούρνος δεν είναι μόνο για να πετάμε την κακιά μάγισσα και να γλιτώνουμε, αλλά και για να ψήνουμε φαγητά και γλυκά!

Γελάκια ακούγονται μέσα στην τάξη και η δασκάλα, με απελπισμένο ύφος, σημειώνει στο μπλοκάκι των βαθμών.

ΔΑΣΚΑΛΑ:   Ησυχία παρακαλώ, δεν τελειώσαμε! Πρέπει όλοι να εξεταστείτε σήμερα και να βαθμολογηθείτε. Με τη φασαρία δε βοηθάτε! Λοιπόν, να σηκωθούν οι Κακές Αδερφές της Σταχτοπούτας στον πίνακα!

Οι δυο Κακές Αδερφές σηκώνονται και προχωρούν προς τον πίνακα. Η Δεύτερη όλο πεδικλώνεται και κρατιέται από την Πρώτη, που νευριάζει ακόμη περισσότερο. Στέκονται μπροστά στο πίνακα και κοιτάζουν τη δασκάλα. Η Πρώτη φοράει το καλό της χαμόγελο κι η Δεύτερη προσπαθεί να είναι όσο μπορεί πιο χαριτωμένη - αποτυγχάνει όμως παντελώς, γιατί καταλήγει σε προσποιητό μορφασμό.

ΚΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1: (ανάμεσα στα δόντια της) Ανίκανη! Ούτε ένα ψεύτικο χαμόγελο δε μπορείς να καταφέρεις πια!

ΔΑΣΚΑΛΑ:  Λοιπόν, κορίτσια, θα σας εξετάσω με τη σειρά. Πες μου Πρώτη, μπορείς να λύσεις την εξίσωση τρία επί 4x ίσον εξήντα;
ΚΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΉ Νο1:  Φυσικά, κυρία! (μουρμουρίζοντας) Τι με πέρασες, χαζή δασκάλα του γλυκού νερού, καμιά αγράμματη ή ακαλλιέργητη ή χαζοχαρούμενη σαν όλα αυτά εδώ τα θύματα που έχεις και πιλατεύεις;
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Τι μουρμουρίζεις, Πρώτη, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
ΚΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:   Όχι κυρία, υπολογισμούς κάνω!
ΔΑΣΚΑΛΑ: (με υποβόσκουσα δυσπιστία) Α, υπολογισμούς...Ωραία, πολύ ωραία!

Όλο αυτό το διάστημα, που η Πρώτη λύνει την εξίσωση και μιλά με τη δασκάλα, η Δεύτερη σκαλίζει τη μύτη της.

ΔΑΣΚΑΛΑ:  Δεύτερη, παιδί μου, τι είναι αυτά; Χίλιες φορές σου είπα πως μια νεαρή δεσποινίδα δε σκαλίζει τη μύτη της ποτέ δημόσια, ούτε τρίβει τα μάτια της ούτε χασκογελάει ούτε δίνει σκουντιές ούτε χαζεύει από δω κι από κει!
ΚΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο2:  Κι από πού χαζεύει, κυλία;

Η τάξη ξεσπάει σε γέλια και η Πρώτη δίνει μια μουλωχτή κλωτσιά στη Δεύτερη.

KΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:  Πάλι ρεζίλι μ' έκανες! Ηλίθια! (της σφυρίζει σα φίδι)

Εντωμεταξύ, η Πρώτη έχει λύσει σωστά την εξίσωση κι έχει βρει x=5.

ΔΑΣΚΑΛΑ:  Μπράβο, Πρώτη! (Εκείνη φουσκώνει σα παγώνι) Πες μας τώρα τι είναι αυτό το 5.
KΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:   Τι "τι είναι αυτό το 5"; Πέντε είναι.
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Ναι, πέντε είναι αλλά γενικότερα (το τονίζει) τι είναι;
KΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:   Αριθμός.
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Σωστά, αριθμός, αλλά τι αριθμός;
KΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:  (τα χάνει, αρχίζει να συστρέφει τα χέρια της και να δαγκώνει νευρικά το χείλος της). Τι "τι αριθμός", κυρία; Αριθμός. Αριθμός, οχι γράμμα! ΑΡΙΘΜΟΣ!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  (με δυσκολία κρατάει την ψυχραιμία της) Καλά, Πρώτη παιδί μου, μη φωνάζεις! Αριθμός είναι, δεν είπα το αντίθετο! Τι αριθμός όμως;
KΑΚΙΑ ΑΔΕΡΦΗ Νο1:   Ε, μα πια, δεν υποφέρεστε, κυρία, "τι αριθμός" και "τι αριθμός"(κοροϊδευτικά)! Όλοι οι αριθμοί ίδιοι είναι, αριθμοί! Τι παραπάνω μπορούν να εχουν; Δε φτάνει που δεχόμαστε την ύπαρξή τους, θα ψάχνουμε τώρα να βρούμε τι παραπάνω είναι, ψύλλους στ' άχυρα δηλαδή; Σιγά μη σπαταλήσουμε φαιά ουσία για τους αριθμούς! Άλλη δουλειά δεν είχαμε! Να μου πείτε για πρίγκηπες, μάλιστα, θα το καταλάβω! Αλλά για τους αριθμούς!!! Ε, όχι δεν ξέρω τι αριθμός είναι το 5, ούτε κανένας άλλος, δε με νοιάζει, έχω και σπουδαιότερα πράγματα να κάνω - ας πούμε να ντυθώ, να μακιγιαριστώ και να πάω σε πάρτυ - από το να ψάχνω τα είδη των αριθμών, ΑΝ υπάρχουν!!! ΚΑΤΑΛΑΒΑΤΕ;
ΔΑΣΚΑΛΑ:  (προσπαθώντας να μη χάσει την αυτοκυριαρχία της) Κατάλαβα, Πρώτη, κατάλαβα. Και πολύ καλά, μάλιστα! Κάθισε τώρα στη θέση σου και προσπάθησε να ηρεμήσεις. Α, πάρε και τη Δεύτερη μαζί (εκείνη έχει ήδη αρχίσει να κλαίει γοερά), δε νομίζω ότι είναι πια σε θέση να εξεταστεί. Θα δω αύριο.

Η Πρώτη αρπάζει τη Δεύτερη από το χέρι και την τραβάει με δύναμη ανάμεσα στα θρανία, με αποτέλεσμα εκείνη να δυναμώσει τις κραυγές.

ΔΑΣΚΑΛΑ:  Πεντάμορφη, πάρε σε παρακαλώ τη Δεύτερη στη διπλανή αίθουσα και προσπάθησε να την ηρεμήσεις! Θα με υποχρεώσεις!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  (στους υπόλοιπους, που στριφογυρίζουν στις θέσεις τους και μουρμουρίζουν) Λοιπόν, θα συνεχίσουμε για λίγα λεπτά ακόμα. Ησυχία! Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι και θα εκτονωθείτε στο διάλειμμα!

Η τάξη κάνει ησυχία και τότε ακούγεται ένα ελαφρύ ροχαλητό.

ΔΑΣΚΑΛΑ:  Ω Θεέ μου, η Ωραία Κοιμωμένη! Την ξέχασα! Ωραία Κοιμωμένη!

Καμιά αντίδραση. Η Ωραία Κοιμωμένη συνεχίζει απτόητη τον ύπνο της πάνω στο θρανίο. Η δασκάλα πηγαίνει από πάνω της.

ΔΑΣΚΑΛΑ: Ωραία Κοιμωμένη! Ξύπνα, κορίτσι μου! Είναι ώρα να εξεταστείς! Ξύπνα, σε παρακαλώ!..........................Ωραία Κοιμωμένη! ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ!
ΩΡ. ΚΟΙΜ.:  (ανακινείται λιγάκι μουρμουρίζοντας) Σε παρακαλώ, μαμά, μη με ξυπνάς, δε θέλω να πάω στο σχολείο!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  (απελπισμένη, ανεβάζει τον τόνο της φωνής της) Μα ΕΙΣΑΙ ΗΔΗ στο σχολείο, Ωραία Κοιμωμένη! Ξύπνα, να τελειώνουμε!!!
ΩΡ.ΚΟΙΜ.:   (ανοίγει το ένα μάτι, βλέπει τη δασκάλα και σηκώνεται στη θέση της, με χασμουρητό) Κυρία δασκάλα! Με συγχωρείτε, κυρία δασκάλα! Δεν το κατάλαβα ότι κοιμήθηκα!
ΡΑΜΠΛΣΤΙΛΤΣΚΙΝ: (Τραγουδάει κοροϊδευτικά) Και πότε δεν κοιμάσαι; Ποτέ δεν το θυμάσαι!Πάντοτε χασμουριέσαι! Και ούτε καν κουνιέσαι!
ΔΑΣΚΑΛΑ:  Ραμπλστίτσκιν! Ήσυχα! Πλησιάζει κι εσένα η ώρα σου! Μην πας φιρί-φιρί για τιμωρία! (στην Ωραία Κοιμωμένη) Πες μου, παιδί μου, πού βρίσκεται το Βασίλειο του Πέρα Μακριά;
ΩΡ.ΚΟΙΜ.:  (με φόρα που αυξάνεται σταδιακά, σα να προσπαθεί να καλύψει το χρόνο που  έχασε ενώ κοιμόταν)  Το Βασίλειο του Πέρα Μακριά βρίσκεται στα απώτατα όρια του Παραμυθιακού Σύμπαντος, έχει πενηντα-μία μυριάδες κατοίκους και σαραντα-δυο μυριάδες μετοίκους, απαράμιλλες φυσικές ομορφιές και εξαιρετικά οργανωμένο σύστημα μαζικών μεταφορών, όπως, δράκους, κάρα, ταχυδρομικές άμαξες, ενοικιαζόμενα άλογα διαφόρων ταχυτήτων. Επίσης, οι τηλεπικοινωνίες γίνονται με ταχυδρομικά περιστέρια, ενώ σε έκτακτες περιστάσεις αποστέλλονται αγγελιοφόροι.........αγγελιοφόροι. Τελεία. Ουφ!
ΔΑΣΚΑΛΑ:                  Μπράβο, παιδί μου, αλλά πάρε μια ανάσα, τα κατάφερες τώρα! Ειλικρινά, απορώ πότε βρήκες χρόνο και διάβασες!
ΩΡ.ΚΟΙΜ.:                   Έκανα...υπνοθεραπεία, κυρία!

Γέλια στην τάξη.

ΔΑΣΚΑΛΑ:                  Θα έλεγα ότι το είδες στον ύπνο σου.
ΩΡ.ΚΟΙΜ.:                   (με ενθουσιασμό) Πού το καταλάβατε; Μάλιστα, είδα ότι πήγα εκεί πετώντας στη ράχη μια χήνας και...
ΝΙΛΣ ΧΟΛΓΚΕΡΣΟΝ: Σιγά, βρε Ωραία Κοιμωμένη! Κόψε κάτι! Σε λίγο θα μας πεις ότι ταξιδέψαμε και μαζί! Έλεος!

Ανάμεσα σε δυνατά γέλια, χτυπάει το κουδούνι για διάλειμμα. Αυλαία.


(η συνέχεια οσονούπω...)


[Copyright: Zαφειρία Κωστοπούλου, Μάρτιος 2013]


Wednesday, March 20, 2013

Plexianthe - the weaving fairy




Plexianthe 

(by Eleni Garifalaki @EleniGarifalaki,)


Plexianthe is a fairy who creates the languages of the animals and the plants.

She weaves words in beautiful bouquets of sentences and, along with fantasy, she leads them to numerous paths of mind and soul.





Only one will resist her magic powers, a silent shepherd. 
What will happen when she falls in love with him? Could love survive without the power of speech?
Sometimes, words aren't the only way to express oneself.

Here's the story as it goes: 


[...] She chose a night with a full moon to confess her love to him. 

     She stood behind a rock, hidden, being cautious so that she couldn't be seen. He was on his knees among the bunches of jasmines and looked like praying to some unknown god. 

    After staring at him for quite long, she started narrating about the mornings when she had been sending the butterflies to fill his day with colors, for the sunsets when she added a little scarlet among the sunbeams so that she would see that color painting his cheeks, for the noons when she made the apples more red and sweet so that he would like them more. 
    
    She spoke about the nights she spent awake, scribbling constellations with letters of a language of her own, which she had built only for him. 

    She cited the verses she had weaved into the webs and the poems she had painted using the colors of the rainbow. 

    He seemed not to hear her. 
    Wonderingly, she came out of her hiding spot. 

   "Do you hear me?", she asked. 

    He kept on praying with his eyes closed.

   "Do you hear me?", she crooned, raising the tone of her voice melodically.

    However, nothing seemed to interrupt his prayer.

   "Do you hear me?", she uttered with a steady voice, revealing a slight agony in it.

   "Do you hear me?", she yelled with all the air coming out of her lungs.

    Her voice echoed in the caves, in the forest, up to the end of the sky, and broke into a thousand pieces, which submerged in the dark lake.

    The sound of the broken words falling one by one in the glassy waters of the lake stirred the moon way, which decided to ripple its silver colors for a while.

    This rhythmic change of the colors in the sleepy landscape seemed to attract his attention.

    Wondering what happened, he stood up and got closer to the lake. He felt such an awe when he saw white water lilies coming up on the surface. 

    He got pampered into the intoxicating fragrance springing up from the bottom of the waters, and for the first time he felt a wave of love embracing him. 

    This would have been their first encounter, but Plexianthe hadn't had the patience to wait in order to see her words transforming into water lilies and hugging the soul of her beloved one.

   Full of tears and disappointment, she decided to run and hide inside the duvet of the night, really far away from him.



[Copyright: Eleni Garifalaki, February 2013]




(ending written by Zafiria Kostopoulou):

    The duvet of the night gradually became a frozen duvet, a white layer of snow, and kept Plexianthe inside it. 

    The shepherd had been waiting for more water lilies to draw him to Spring, but the fairy wasn't there to give birth to new ones with her words. 

    Then, he took the ones he had in his arms and started marching through the duvet of snow. But it was immense. How could he find Plexianthe?

    He walked days and nights, until he met a wicker. Strange! A wicker in this frozen desert, without a river next to it, even a frozen one?

  - The snow took my river away and Plexianthe your heart. If you find her, the Spring will arrive. In order to find her, every color should be a note!

    How did the shepherd hear what the wicker told him? He mostly read its waving. He looked at the water lilies in his arms and he saw they had turned colorful!

   "Every color a note"...He gently cut a branch from the wicker and made a flute. He spread the lilies down, on the snow, and started trying tunes. The colorful lilies kept changing positions and showed him the flow. Every color a note.

   Far far away, Plexianthe was sleeping under the white duvet. At a moment, the sound of the flute reached her ears and managed to wake her up. In awe and still half-asleep, she started following it. And found herself, after a long way, in front of her beloved shepherd. Being numb by the cold.

   He turned, looked at her, and went on playing the flute. He wanted to tell her everything he had in his heart. His joy to have met her, his gratitude for the water lilies, his bitterness and anger for her sudden absence, the journey he made to find her, his relief and happiness to have her beside him now.

   Plexianthe started soaking the snow with tears. Frozen tears at the beginning, of sorrow and regret because of  having left him alone, warmer tears later on, of joy because they met again, until all her tears combined to a big hot tear of happiness. Which started melting the frozen duvet of snow and watering the merry wild flowers springing up at its place. 

   The landscape got full of colors. And notes.

   There, next to the wicker, in the meadow of Spring, the river returned in its bed at last.
    

   [ Copyright: Zafiria Kostopoulou, March 2013 ]
    

Friday, March 1, 2013

A-new operating system



The first time I got to know it

- being in the eye of a hurricane -
it was obviously not a lenient cane.

Happily I discovered it was a kid

turning my disk into a playground
gyrating like a merry-go-round.

My convenient friend was its ease

An interface for every application
Sometimes I needed extra information

Scarcely had I visited the terminal

Someday I received the "cd" command
and typed my "pwd" to understand

But my server was indeed infectious 

So I typed "mv" to examine closer
What I saw made me "sudo" poser

Trying to make server "-h" I failed me

"Man help" I asked on the one hand
"Man intro" on the other - I hit land

Soon as a "free" report enforced me

to "ctrl+w" the infected files and log
Then a "man -k foo" guided the dog

"Man -k nautilus" served me right

and a "whatis" shifts me alright
to an "alt -f" on my command line

So now I try to end formatting

until a "mount --make-shared mountpoint"
will enable an "fsync" on our standpoint.



Z.K.            





Creative Commons LicenseΑυτό έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.