Monday, November 11, 2013

Με Μια Ομπρέλα

(Απάντηση - συνέχεια στην παράλληλη ιστορία της @EleniGarifalaki   

"Η Κυρία των Μπισκότων" )




Κυρία:


Είχε περάσει ώρες μέσα στο πολυκατάστημα. Να διαλέξεις δώρα για τόσα παιδιά δεν είναι κάτι εύκολο! Ιδιαίτερα στις μέρες μας, με τους προϋπολογισμούς αποδεκατισμένους...Ευτυχώς είχε έρθει η υπεύθυνη του Ξενώνα μαζί της κι είχε πάρει τα πακέτα, γιατί ο νόμος του Μέρφι έμοιαζε σήμερα να εφαρμόζεται σε κάθε της βήμα: το αυτοκίνητο στο γκαράζ, το ρεπό της μισό, τα ψώνια πολλά και για όλους, οι μπότες της αποφάσισμένες να μπάσουν νερά, το αδιάβροχό της σκισμένο από την προχθεσινή γλίστρα μπροστά στο σπίτι της, και ο καιρός πιο πένθιμος κι από Μεγάλη Παρασκευή…


Στάθηκε έξω από την πόρτα του πολυκαταστήματος, κάτω από τη μεγάλη μαρκίζα. Είχε την ομπρέλα της, αλλά πόσο θα την προστάτευε από αυτή τη νεροποντή; Κι είχε ακόμα μια-δυο υπηρεσίες να επισκεφτεί - χώρια το καφενείο της αδερφής της για να της δώσει τα δώρα για τα ανήψια. Αυτόν τον καιρό τον αγαπούσε μόνο όταν δεν είχε να πάει πουθενά…


Χωμένη στην κατήφειά της, δεν πήρε είδηση κάποιον που είχε έρθει να σταθεί κάτω από τη μαρκίζα δίπλα της παρά μόνο όταν ένιωσε κάτι οικείο και είδε το χέρι του, καθώς εκείνος έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν του. Πώς εξαφανίστηκε το πολυκατάστημα και...ο νόμος του Μέρφι, ούτε που το κατάλαβε η Κυρία. Στο νου της ήρθαν το αεροδρόμιο και τα μπισκότα - που νόμιζε “της”, αλλά ήταν “του”!


Ο άγνωστος εκείνη στιγμή κινήθηκε κι έκανε να φύγει. Η νεροποντή είχε μετριάσει την έντασή της, χωρίς όμως να επιτρέπει βόλτες χωρίς ομπρέλα. Ο Κύριος των μπισκότων ήδη απομακρυνόταν, χωρίς καμιά προστασία από τη βροχή. Έτρεξε πίσω του ανοίγοντας την ομπρέλα. Σχεδόν αμέσως κατάφερε να τον φτάσει και να τον σκεπάσει μ’ αυτή. Εκείνος γύρισε απορημένος. Δε φάνηκε να την αναγνωρίζει. Φυσικό ήταν: από τη μια τα λίγα λεπτά της πρώτης τους συνάντησης πριν 5 χρόνια κι από την άλλη η φωτιά πριν 2 χρόνια, που είχε αφήσει κάποια ενθύμια στο πρόσωπό της, δεν του το επέτρεπαν.


Ο Κύριος των μπισκότων της χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και την ευχαρίστησε. Η Κυρία τον ρώτησε αν μπορούσε να τον συνοδέψει με την ομπρέλα ως τον προορισμό του. Στο σταθμό του μετρό θα πήγαινε, λίγα βήματα παρακάτω. Δεν της έκανε καθόλου κόπο, θα τον συνόδευε. Μπροστά στην είσοδο του σταθμού, ο Κύριος την ευχαρίστησε ξανά κι έτρεξε προς την αποβάθρα.


Η Κυρία τράβηξε για την Εφορία, μ’ ένα χαμόγελο που δε θα συμμερίζονταν, ούτε καν θα κατανοούσαν, οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι στα γραφεία...


Κύριος:


Η βροχή άρχισε ενώ εκείνος κόντευε στο σταθμό του μετρό. Λίγο πριν το μεγάλο πολυκατάστημα, έγινε νεροποντή. Δεν είχε ομπρέλα ή αδιάβροχο μαζί του, γιατί όταν ξεκίνησε από το σπίτι το πρωί ο καιρός ήταν καλός. Αναγκαστικά, χώθηκε κάτω από τη μεγάλη μαρκίζα του πολυκαταστήματος. Μια νέα Κυρία δίπλα του φαινόταν ιδιαίτερα προβληματισμένη - θα την έλεγες και κατσούφα. Ήταν άγνωστη, αλλά είχε κάτι οικείο. Θα ‘ταν μάλλον ο τρόπος που κρατούσε την κλειστή ομπρέλα της. Του θύμισε τη μητέρα του με τη δική της ομπρέλα. Έτσι την κρατούσε κι εκείνη. Δεν ήταν όμως ποτέ κατσούφα όταν έβρεχε…


Η νεροποντή συνεχιζόταν. Ο Κύριος κοίταξε το ρολόι του. Είχε χρόνο για το ραντεβού με το γιατρό. Έβγαλε τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν. Οι τρεχάτοι περαστικοί τον διασκέδαζαν. Τσαλαβουτούσαν όπως όπως στα απόνερα κι έσπευδαν να γλιτώσουν από τη βροχή, με τρόμο θα ‘λεγε κανείς, λες κι ήταν από ζάχαρη και θα έλιωναν.


Κάποια στιγμή, η νεροποντή έγινε βροχούλα. Εντάξει, τώρα θα μπορούσε να φτάσει στο σταθμό, χωρίς να μουλιάσουν τα ρούχα του. Άλλωστε, το μπουφάν είχε αδιάβροχη επίστρωση. Τι θα πάθαινε για λίγα μέτρα; Ξεκίνησε με ταχύ βήμα, αλλά πριν προλάβει καν να νιώσει βροχή πάνω του, μια ομπρέλα τον σκέπασε. Γύρισε απορημένος και είδε την Κυρία της μαρκίζας. Χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και την ευχαρίστησε. Χάρηκε στη σκέψη ότι υπάρχουν ακόμη ευαίσθητοι άνθρωποι στις μέρες μας, όπως αυτή η Κυρία.


Τον ρώτησε αν θα μπορούσε να τον συνοδέψει στον προορισμό του κι εκείνος δεν αρνήθηκε, αφού ο σταθμός ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω. Απλά, δεν ήθελε να τη βάλει σε κόπο. Εκείνη απάντησε ότι δεν ήταν καθόλου κόπος κι έτσι έφτασαν μπροστά στην είσοδο του σταθμού. Την ευχαρίστησε με ευγνωμοσύνη κι έτρεξε προς την αποβάθρα. Η Κυρία συνέχισε το δρόμο της ενώ εκείνος ακύρωνε το εισιτήριό του. Σ’ ένα από τα παγκάκια του σταθμού, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μοιράζονταν ένα πακέτο μπισκότα. Της αγαπημένης του μάρκας. Ο συρμός έφτασε σφυρίζοντας κι ο Κύριος χώθηκε σ’ένα βαγόνι. Στην πρώτη στροφή, είδε την Κυρία να διασχίζει τη μικρή πλατεία κοντά στο σταθμό.

“Ευχαριστώ πολύ, Κυρία των μπισκότων!”, ψιθύρισε.


Ζαφειρία Κωστοπούλου