Saturday, October 4, 2014

Διαδρομές στην Αθήνα


 

Αδριανού, Ασωμάτων και Αποστόλου Παύλου


- E, κύριος, μου κλείνεις τον ήλιο!

  Είχε σταθεί επί της Αδριανού, για λίγα λεπτά. “Μια ανάσα”, είχε σκεφτεί, “να χαρώ λίγο τη μέρα”. Να θυμηθεί να χαρεί τη μέρα, για την ακρίβεια. Να θυμηθεί ότι δεν ήταν καθημερινή, ότι ήταν Κυριακή, ότι δε βρισκόταν εκεί για δουλειά, ότι είχε βγει να πιστοποιήσει τον ερχομό των Αλκυονίδων για άλλη μια χρονιά. Να θυμηθεί να κόψει ταχύτητα, να κατεβάσει ρολά. Και ν' ανοίξει κεραίες.
  Ενεργό γρανάζι σε καλή κατάσταση, πέρα από κάτι περιστασιακά λαδώματα με γράσο της τελευταίας ιατρικής τεχνολογίας, καθαρό, αποτελεσματικό, μακριά από...λαδώματα προς εκτροχιασμόν, είχε κεκτημένη ταχύτητα. Όλη την ώρα. Οι διακοπές αποτελούσαν απλά και μόνο αλλαγή τόπου, παραστάσεων, δραστηριοτήτων. Πάντα σε εγρήγορση, πάντα “σε φόρμα”, πάντα το τόξο τεντωμένο. Μέσα στο σπίτι ή έξω από αυτό, είτε μόνος είτε με φίλους. Και πάλι να μην αρκεί.
  Προχθές, όμως, στην κηδεία του Νίκου, απόρησε. Για να είναι ειλικρινής, επέτρεψε στον εαυτό του να απορήσει. Πού πήγε η ζωή ως τώρα. Να σκεφτεί. Τι είναι ζωή τελικά. Να δει λίγο μακρύτερα, πάνω από τη “μάντρα” της καθημερινότητας. Και μετά να νιώσει. Λύπη για το φίλο, θλίψη για την οικογένειά του, ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι ζούσε, χαρά για όσα είχε περάσει, όσα είχε γύρω του και όσα τον περίμεναν. Μαζί με φόβο γι' αυτά τα τελευταία, μια που δεν ήξερε καθόλου τι ερχόταν από τη γωνία – κι οι συνθήκες προμήνυαν μάλλον δυσοίωνα γεγονότα. Πάντως, η ελπίδα να τα ζήσει ήταν πολύ εντονότερη από την ελπίδα να είναι ρόδινα. Κι αυτό είχε σημασία. Γινόταν ανθρώπινος...
   Άθελά του, το ίδιο ευχήθηκε ολόψυχα στο νεογέννητο της Μαρίνας όταν έμαθε τα χαρμόσυνα νέα για την άφιξή του. Ενώ η φωνή του μετέδιδε τις καθιερωμένες για την περίσταση ευχές – που αδυνατούσαν να μεταφέρουν όλο το φορτίο της χαράς του για το μωρό – η ψυχή του ευχόταν με όλο της το σθένος “Ελπίδα και δύναμη για ζωή, όποιο πρόσωπο κι αν του δείξει!”
   
- Ε, κύριος, είσαι περήφανος στ' αυτιά ή στο μυαλό;

  Είχε σταθεί επί της Αδριανού. Μέρα και ώρα που τα κλισέ για το αττικό φως και τη ροή του γύρω από καθετί στο τοπίο, ιδίως τη φιγούρα του Παρθενώνα εκεί πάνω στο βράχο, παίρνουν υφή κι υπόσταση. Ώρα να βιώσει αυτό που όλοι γύρω του έχουν κάνει μια από τις τρέχουσες λεξιλογικές μόδες: “χαλάρωση”.  Πριν να προλάβει όμως να το συναντήσει καν, ήρθε το παραπάνω...ευγενικό δίλημμα. Συμπληρωμένο με την ίδια...ευγενική επισήμανση:

- Είπαμε, μου κρύβεις τον ήλιο.
  
 Ένας νεαρός, καθιστός σε μια καρέκλα της καφετέριας πίσω του, με ενοχλημένο ύφος και μαύρα γυαλιά, έδιωχνε τη μύγα από το σπαθί του.

 Χαμογέλασε:

- Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο. Μάλλον φταίνε τα μαύρα γυαλιά σου, όμως.
- Κοπλιμέντο; Α, κατάλαβα. Είσαι κι εσύ από κείνους.
- Από ποιους;
- Από κείνους που το παίζουν σοφοί και ξερόλες. Που λένε να δίνεις και το άλλο μάγουλο.
- Γιατί το λες;
- Ε, χωριό που φαίνεται... “Κοπλιμέντο”, “φταίνε τα μαύρα γυαλιά σου”...Ευγένειες και “δε φέρουμε καμία ευθύνη”. Άντε, μωρέ, ίδιοι είστε όλοι!

 Ένιωσε σάκος του μποξ για το οργισμένο νιάτο. Τι να του πει όμως; Πόσες και ποιες εξηγήσεις θα είχαν σημασία; Μήπως δε μοιράζονταν και οι δυο την ευθύνη για τους συνειρμούς που πυροδότησε το παράπονο του νεαρού στο κεφάλι του “κυρίου”; Προτίμησε να προχωρήσει, φροντίζοντας ωστόσο να τιμήσει την τιμητική πλακέτα του "ξερόλα" που του απένειμε τόσο επίσημα ο νεαρός, λέγοντας:

- Δεν έχεις κι άδικο...Χαιρετισμούς στο Διογένη!
- Ποιον Διογένη; 
- Τον αρχαίο, απάντησε ως γνήσιος ξερόλας και συνέχισε το δρόμο του.

  Με την απορία αν ο Διογένης στα νιάτα του έμοιαζε καθόλου στο συγκεκριμένο νεαρό, συνάντησε την Ασωμάτων, που τον πέρασε στην Αποστόλου Παύλου. Το καλντερίμι, τα μαγαζάκια, τα όσα παλιά σπίτια, το πολύχρωμο πλήθος της Κυριακής, τον έφεραν στα νησιώτικα μονοπάτια των παιδικών του καλοκαιριών. Σε ρυθμούς χαλαρούς, σε μέρες βγαλμένες από διαφημιστικό σποτ με την υπογραφή της μνήμης.
  Η σκέψη του, αδέσμευτη από μηχανιστικούς υπολογισμούς, αναγκαστικές ανακλήσεις και επιβεβλημένες διαδρομές ώστε να επιτευχθεί η επίδοση, περιπλανιόταν ανάμεσα και πάνω από τους άλλους...Πώς βαδίζει άραγε κανείς σ' ένα δρόμο, ανάμεσα σ' ένα πλήθος, για ν' ανέβει σ' ένα βράχο να τους μιλήσει για κάτι εντελώς καινούριο και να πείσει, χωρίς να τον περάσουν για τρελό ή τσαρλατάνο;
  Μαγαζάκια, διάφορα καλούδια, άνθρωποι που πουλούν, άνθρωποι που αγοράζουν, μοναχικοί, ζευγάρια, παρέες, διαφορά στις σκέψεις και τις συμπεριφορές, ζωντάνια στη διαφορά, ομορφιά στη ζωντάνια. Στο φόντο αρχαιότητες, ελιές, ηλεκτρικό τρένο που περνάει κάθε λίγα λεπτά κι ένας ουρανός γεμάτος υποσχέσεις για θεαματικό ηλιοβασίλεμα. Στις δυο πλευρές του δρόμου αφημένα προβλήματα, έγνοιες, λιτότητα, ανέχεια, απολύσεις, ανεργία, ειδήσεις κάθε ζώνης. Αποσκευές που θα ξαναφορτωθούν οι περισσότεροι σε λίγη ώρα, πριν επιβιβαστούν στα διάφορα μέσα για αναχώρηση...
  Μια ακόμα μικρή επανάσταση ελεύθερου χρόνου, απόλαυσης της ύπαρξης, άσκηση αυτεξούσιου είχε φτάσει στο τέλος της. Βαλβίδα εκτόνωσης; Ή κρίκος στην αλυσίδα;

  Τα φώτα έσβησαν, το κοινό χειροκρότησε. Σε λίγες ώρες, οι πρώτες κριτικές πριμοδότησαν τα “κάδρα”, τις μεταβάσεις, την επεξεργασία, τον ήχο, τη σκηνοθεσία. Η αφήγηση τους φάνηκε κάπως “άνευρη” και σε κάποια σημεία “βαριά”, οι προβληματισμοί “κλισέ” και η πλοκή “ανολοκλήρωτη”.  “Πάντως”, κατέληγαν, “η ταινία θέτει βάσεις για σκέψη και αιχμές για την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, εκφράζοντας το ανθρώπινο γίγνεσθαι όπως αυτό εξελίσσεται μέσα στα χρονικά όρια λίγων ωρών ανάπαυλας μιας Κυριακής. Η απεικόνιση μέρους του ιστορικού κέντρου της Αθήνας με μονοκάμερη λήψη και ασπρόμαυρες αναδρομές συμβάλλει στη συγχρονική και διαχρονική απόδοση της ατμόσφαιρας της πόλης, σαν οργανικό στοιχείο της ταινίας.”

- Ε, κύριος, είσαι μάστορας!

 Ο πραγματικός νεαρός της Αδριανού είχε έρθει να επιδόσει τα εύσημα στον πραγματικό κύριο που του έκλεινε τον ήλιο εκείνη την πραγματική Κυριακή και να τον ευχαριστήσει που του είχε ανοίξει ένα παράθυρο στην ιστορική συνέχεια:

- Ο Διογένης σου στέλνει χαιρετίσματα!

  Κι ο πραγματικός κύριος της Αδριανού, της Ασωμάτων και της Αποστόλου Παύλου απάντησε μειλίχια:

- Αμήν!


Wednesday, August 20, 2014

Τάξη στο Χάος της Ζωής: η Ιζαμπέλ Αλιέντε για τη Συγγραφή

(Απόψεις της Χιλιανής συγγραφέα Ιζαμπέλ Αλιέντε
παρουσιασμένες από τη blogger Maria Popova
στο ιστολόγιό της Brain Pickings)


"Εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι και μετά από λίγο εμφανίζεται κι η μούσα"

   Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από εύγλωττες προσπάθειες να απαντηθεί το διαρκώς αναπάντητο ερώτημα γιατί οι συγγραφείς γράφουν. Για τον Τζορτζ Όργουελ, ήταν αποτέλεσμα τεσσάρων παγκόσμιων κινήτρων. Η Τζόαν Ντιντιόν το έβλεπε ως πολύτιμη πρόσβαση στο ίδιο της το μυαλό. Για τον Ντέβιντ Όστιν Ουάλλας ήταν για διασκέδαση. Η Τζόι Ουίλλιαμς έβρισκε σ' αυτό μια διέξοδο από το σκοτάδι στο φως. Για τον Τσάρλς Μπουκόφσκι, ξεπηδούσε από την ψυχή σαν πύραυλος
       Στο βιβλίο "Γιατί Γράφουμε: 20 Καταξιωμένοι Συγγραφείς Σχετικά Με Το Πώς και Γιατί Κάνουν Αυτό Που Κάνουν" (public library), το οποίο επίσης μας έδωσε την οξεία απάντηση της Μαίρη Καρ, η διάσημη Ιζαμπέλ Αλιέντε προσφέρει μια από τις πιο ποιητικές αλλά και πρακτικές απαντήσεις στο μεγάλο ερώτημα.



    Η Αλιέντε μοιράζεται την επιμονή του Κουρτ Βόνεγκατ στο να τοποθετεί τις ρίζες της αφήγησης στην προσωπική εμπειρία και γράφει:

   "Έχω ανάγκη να πω μια ιστορία. Είναι εμμονή. Κάθε ιστορία είναι ένας σπόρος από μένα, που αρχίζει να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, σαν όγκος, και πρέπει να την αντιμετωπίσω αργά ή γρήγορα. Γιατί μια συγκεκριμένη ιστορία; Δεν ξέρω όταν αρχίζω. Αυτό το μαθαίνω πολύ αργότερα. Με τα χρόνια ανακάλυψα ότι όλες οι ιστορίες που έχω πει, όλες οι ιστορίες που θα πω ποτέ, είναι συνδεμένες μαζί μου κατά κάποιο τρόπο. Αν μιλάω για μια γυναίκα στη Βικτωριανή εποχή, που αφήνει την ασφάλεια του σπιτιού της κι έρχεται στον Πυρετό του Χρυσού, στην Καλιφόρνια, στην πραγματικότητα μιλάω για φεμινισμό, για απελευθέρωση, για τη διαδικασία που πέρασα η ίδια στη ζωή μου, όταν δραπέτευσα από μια Χιλιανή, Καθολική, πατριαρχική, συντηρητική, Βικτωριανή οικογένεια και βγήκα στον κόσμο."

   Όπως ο Μαρκ Τουαίν, ο οποίος με διάσημο τρόπο συμβούλεψε έναν αντιπαλό του να "χρησιμοποιεί τη σωστή λέξη, όχι τη δεύτερη εξαδέρφη της", η Αλιέντε συνηγορεί στην ακρίβεια της γλώσσας σαν το μέγιστο πόρο:

  "Είναι τόσο σημαντικό για μένα να βρίσκω την κατάλληλη λέξη που θα δημιουργεί ένα συναίσθημα ή θα περιγράφει μια κατάσταση. Είμαι πολύ επιλεκτική πάνω σ' αυτό, επειδή είναι το μοναδικό υλικό που διαθέτουμε: λέξεις. Αλλά είναι δωρεάν. Άσχετα με το πόσες συλλαβές έχουν: δωρεάν! Μπορείς να χρησιμοποιείς όσες θέλεις για πάντα."

    Στην πραγματικότητα, το συγγραφικό της ύφος θυμίζει αρκετά την αγαπημένη Γαλλο-Κουβανή συγγραφέα Αναΐς Νιν - και η ίδια η Αλιέντε παρέχει μια όμορφη υπόθεση σχετικά με κάποιο κοινό "νήμα":

  "Προσπαθώ να γράφω όμορφα αλλά προσιτά. Στις ρομαντικές γλώσσες, Ισπανικά, Γαλλικά, Ιταλικά, υπάρχει ένας "λουλουδιαστός" τρόπος να πεις τα πράγματα, που δεν υπάρχει στα Αγγλικά. Ο σύζυγός μου λέει ότι μπορεί πάντα να ξεχωρίσει πότε λαβαίνει γράμμα στα Ισπανικά: ο φάκελος είναι βαρύς. Στα Αγγλικά, ένα γράμμα είναι μια παράγραφος. Μπαίνεις κατευθείαν στο θέμα. Στα Ισπανικά, αυτό είναι αγενές. Το να διαβάζω στα Αγγλικά, να ζω στα Αγγλικά, με έχει μάθει να κάνω τη γλώσσα όσο όμορφη είναι δυνατό, αλλά συγκεκριμένη. Περίσσια επίθετα, περίσσιες περιγραφές - απορρίψτε τα, είναι περιττά. Το να μιλώ Αγγλικά έχει κάνει το γράψιμό μου λιγότερο φορτωμένο. Προσπαθώ να διαβάσω "Το Σπίτι Των Πνευμάτων" τώρα και δε μπορώ. Θεέ μου, τόσα πολλά επίθετα! Γιατί? Αρκεί ένα καλό ουσιαστικό αντί για τρία επίθετα."

   Για την ωσμωτική ισορροπία ανάμεσα στο ένστικτο και τη λογική, προσθέτει:

   "Η φαντασία προκύπτει στη μήτρα. Δεν την επεξεργάζεται το μυαλό ώσπου να κάνεις τις διορθώσεις."

   Παρ' όλο που πολλοί διάσημοι συγγραφείς έχουν φημισμένα εσκεμμένες ρουτίνες και μικρές τελετουργίες, η Αλιέντε συγκαταλέγεται στους πιο ασυνήθεις και ακριβείς. Τελικά, όμως, απηχεί τον Τσακ Κλόουζ ("Η έμπνευση είναι για τους ερασιτέχνες - οι υπόλοιποι απλώς εμφανιζόμστε και στρωνόμαστε στη δουλειά"), τον Θωμά Έντισον ("Η επιτυχία είναι το προϊόν του σοβαρότερου είδους σωματικής και πνευματικής πειθαρχίας"), τον Ε.Β. Ουάιτ ("Ένας συγγραφέας που περιμένει τις ιδανικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θα εργαστεί, θα πεθάνει χωρίς να έχει βάλει ούτε μια λέξη στο χαρτί") και τον Τσαϊκόφσκι ("Ένας καλλιτέχνης με αυτοσεβασμό δεν πρέπει να σταυρώνει τα χέρια με τη δικαιολογία ότι δεν έχει διάθεση"), υπογραμμίζοντας τη σημασία της πειθαρχίας στην εργασία έναντι της παροιμιώδους "μούσας":

   "Αρχίζω όλα μου τα βιβλία στις οκτώ Ιανουαρίου. Μπορείτε να φανταστείτε την εβδόμη Ιανουαρίου; Είναι κόλαση. Προετοιμάζω το φυσικό μου χωρο. Καθαρίζω τα πάντα από τα προηγούμενα βιβλία μου. Αφήνω μόνο τα λεξικά μου, τις πρώτες μου σημειώσεις και το υλικό της έρευνας για το καινούριο βιβλίο. Και μετά, την ογδόη Ιανουαρίου, διασχίζω τα δεκαεπτά βήματα από την κουζίνα προς το σπιτάκι της πισίνας που είναι το γραφείο μου. Είναι σαν ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο. Είναι χειμώνας και συνήθως βρέχει. Πηγαίνω με την ομπρέλα μου και τον σκύλο, που με ακολουθεί. Από εκείνα τα δεκαεπτά βήματα, βρίσκομαι σε άλλο κόσμο και είμαι ένα άλλο πρόσωπο. Πηγαίνω εκεί φοβισμένη. Και αναστατωμένη. Και απογοητευμένη - επειδή έχω κάποια ιδέα που δεν είναι ιδέα στην πραγματικότητα. Οι πρώτες δυο, τρεις, τέσσερεις εβδομάδες είναι χαμένες. Απλώς εμφανίζομαι μπροστά στον υπολογιστή. Εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι και μετά από κάποιο διάστημα εμφανίζεται και η "μούσα". Αν δεν εμφανιστεί μετά από πρόσκληση, τελικά απλώς εμφανίζεται."

     Σαν τον Νικ Γκέιμαν, που συμβουλεύει "συνεχίστε να κινείστε", επειδή "η τελειότητα είναι σαν να κυνηγάτε τον ορίζοντα", η Αλιέντε μοιράζεται μια προειδοποητική παρατήρηση:

 "Διορθώνω σε βαθμό εξάντλησης και μετά λέω "παραδίνομαι". Ποτέ δεν είναι τελειωμένο [το χειρόγραφο] και θεωρώ ότι θα μπορούσε πάντα να γίνει καλύτερο, αλλά κάνω ό,τι περισσότερο μπορώ. Με τον καιρό έμαθα να αποφεύγω να διορθώνω υπερβολικά. Όταν πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή και είδα ότι θα μπορούσα να διορθώνω επ' άπειρον, το ύφος μου [το συγγραφικό] έγινε άκαμπτο."

    Αλλά η πιο μεγάλη δοκιμασία της δημιουργικής της αντοχής ήρθε όταν χρειάστηκε να αποδεσμευτεί αποτελεσματικά από μια προσωπική τραγωδία:

    "Η κόρη μου Πάολα πέθανε το Δεκέμβρη του 1992. Στις 7 Ιανουαρίου του 1993, η μητέρα μου είπε: "Αύριο είναι οκτώ Ιανουαρίου. Αν δεν γράψεις, θα πεθάνεις κι εσύ". Μου έδωσε τα 180 γράμματα που της είχα στείλει όλο το διάστημα που η Πάολα ήταν σε κώμα και μετά πήγε για ψώνια. Όταν επέστρεψε, έξι ώρες αργότερα, είχα πνιγεί στο κλάμα αλλά είχα γράψει τις πρώτες σελίδες της "Πάολα". Η συγγραφή δίνει πάντα ένα είδος τάξης στο χάος της ζωής. Οργανώνει τη ζωή και τη μνήμη. Ως σήμερα, η ανταπόκριση των αναγνωστών με βοηθάει να νιώθω την κόρη μου ζωντανή".

  Στρέφοντας το βλέμμα στο μέλλον της αφηγηματικής λογοτεχνίας, η Αλιέντε συνηγορεί σε ένα είδος μετριοπαθούς "αγνωστικισμού", υπενθυμίζοντας ότι μια καλή ιστορία θα είναι μια καλή ιστορία, οπουδήποτε κι αν ζει - αρκεί να ζει στην καρδιά :

   "Η αφήγηση και η λογοτεχνία θα υπάρχουν πάντα, αλλά τι σχήμα θα πάρουν; Θα γράφουμε μυθιστορήματα για να παιχτούν; Η ιστορία θα υπάρχει, αλλά πώς, δεν ξέρω. Ο τρόπος που λέγονται σήμερα οι ιστορίες μου είναι με το να εκδίδονται με τη μορφή βιβλίου. Στο μέλλον, αν αυτός δεν είναι ο τρόπος να λέγεται μια ιστορία, θα προσαρμοστώ."

     Τελειώνει με τρεις συμβουλές προς τους επίδοξους συγγραφείς:


  • "Αξίζει τον κόπο να βρίσκει κανείς την κατάλληλη λέξη που θα δημιουργήσει ένα συναίσθημα ή θα περιγράψει μια κατάσταση με ακρίβεια. Χρησιμοποιείστε λεξικό, χρησιμοποιήστε τη φαντασία σας, ξύστε το κεφάλι μέχρι να σας έρθει, αλλά βρείτε τη σωστή λέξη."
  • "Όταν νιώθετε ότι η ιστορία αρχίζει να έχει ρυθμό - τα πρόσωπα παίρνουν μορφή, μπορείτε να τα δείτε, μπορείτε ν' ακούσετε τις φωνές τους και κάνουν πράγματα που δεν έχετε σχεδιάσει, πράγματα που δεν είχατε φανατστεί - τότε ξέρετε ότι το βιβλίο είναι κάπου και το μόνο που χριεάζεται είναι να το βρείτε και να το φέρετε, λέξη - λέξη, σ' αυτόν τον κόσμο."
  • "Όταν λέτε μια ιστορία σ' ένα φίλο μέσα στην κουζίνα, είναι γεμάτη λάθη κι επαναλήψεις. Είναι καλό να το αποφεύγετε αυτό στη λογοτεχνία, αλλά, ακόμα κι έτσι, μια ιστορία θα πρέπει να αφήνει την αίσθηση μιας συζήτησης. Δεν είναι διάλεξη."

      Η συγκινητική ομιλία της Αλιέντε το 2007 για το TED θα σας δώσει μια ακόμα πληρέστερη εκτίμηση για τη μοναδική της προσέγγιση της αφήγησης:




      Το υπόλοιπο βιβλίο "Γιατί Γράφουμε" φιλοξενεί απόψεις και και συμβουλές πάνω στην τέχνη της γραφής από σημαντικά σύγχρονα πρόσωπα, όπως η Τζένιφερ Ήγκαν, ο Μάικλ Λούις, η Σούζαν Όρλιν και ο Τζέιμς Φρέι, ανάμεσα σ' άλλους. Μπορεί να συνδυαστεί με των: Χ. Π. Λάβκραφτ "Συμβουλές προς επίδοξους συγγραφείς", Φ. Σκοτ Φιτζεραλντ "Γράμμα προς την κόρη μου", Ζέιντι Σμιθ "10 κανόνες συγγραφής", Κουρτ Βόνεγκατ "8 κλειδιά για τη δύναμη της γραπτής λέξης" Ντέιβιντ Ογκίλβι "10 καθόλου ανόητες συμβουλές", Χένρι Μίλερ "11 εντολές", Τζακ Κέρουακ "30 πεποιθήσεις και τεχνικές", Τζον Στάινμπεκ "6 δείκτες", Νηλ Γκέιμαν "8 κανόνες", Μάργκαρετ Άτγουντ "10 πρακτικές συμβουλές" και Σούζαν Σόνταγκ "συνδυασμένες γνώσεις".



(μετάφραση: ΖΚ)


Wednesday, July 23, 2014

Το Ένστικτο, Πώς Λειτουργεί Η Δημιουργικότητα Και Από Πού Έρχονται Οι Ιδέες













 (Απόψεις του Πάμπλο Πικάσο,  σταχυολογημένες 
και σχολιασμένες από τη blogger Maria Popova, 



"Για να ξέρεις τι πρόκειται να σχεδιάσεις, 
πρέπει να αρχίσεις να σχεδιάζεις."

   "Η έμπνευση είναι για τους ερασιτέχνες - οι υπόλοιποι απλώς εμφανιζόμαστε κι αρχίζουμε τη δουλειά", έχει αστειευθεί αξιομνημόνευτα ο ζωγράφος Τσακ Κλόουζ. "Εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι", αντήχησε η μυθιστοριογράφος Ιζαμπέλ Αλιέντε στις συμβουλές της προς τους επίδοξους συγγραφείς "και μετά από λίγο, εμφανίζεται κι η μούσα". Ο μυθικός συνθέτης Πιοτρ Ίλιτς Τσαικόφσκι το έθεσε απλά σε ένα γράμμα του προς την ευεργέτιδά του (1878): "Ένας καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του, δεν πρέπει να σταυρώνει τα χέρια με την προκατάληψη ότι δεν είναι στην κατάλληλη διάθεση". Πραγματικά, αυτή η αντίληψη ότι η δημιουργικότητα και οι γόνιμες ιδέες δεν προέρχονται από την παθητική παράδοση σε κάποια μούσα αλλά από την ενεργό εφαρμογή ενός προγράμματος  εργασίας - ή πειθαρχίας, κάτι που ο αείμνηστος και μεγάλος Μάσιμο Βινιέλι υπερασπίσθηκε ως την μηχανή της δημιουργικής εργασίας - είναι κάτι που λεγεώνες ολόκληρες από δημιουργικές διασημότητες έχουν διατυπώσει ανά τους αιώνες, μαζί με την παράλληλη αναζήτηση από πού προκύπτουν οι ιδέες. Αλλά, ίσως χωρίς καμιά έκπληξη, η πιο περιεκτική και κομψή διατύπωση έρχεται από έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.



 (Ο Πικάσο γευματίζει στη Brasserie Lipp, ενώ συνομιλεί με τον Πιερ Ματίς, το γιο του ζωγράφου Ανρί Ματίς. Φωτογραφία τραβηγμένη από τον Brassai.)


     Αυτή ήταν μια από τις ερωτήσεις που έθεσε ο Ούγγρος φωτογράφος Μπρασάι στον Πάμπλο Πικάσο, κατά την 3ετή διάρκεια (1943-1946) των διαδοχικών συνεντεύξεών τους, που είναι συγκεντρωμένες στο βιβλίο "Συζητήσεις με τον Πικάσο" (δημόσια διαδικτυακή βιβλιοθήκη) - τον ίδιο εξαίρετο τόμο του 1964, που μας έδωσε επίσης τις απόψεις του Πικάσο πάνω στην επιτυχία και στο γιατί δε θα έπρεπε να συμβιβαζόμαστε σε θέματα δημιουργίας. Όταν ο Μπρασάι ρωτά τον Πικάσο αν οι ιδέες έρχονται στο ζωγράφο "από τύχη ή προσχεδιασμένα", ο Πικάσο εισάγει κάποια παράπλευρη σοφία πάνω στην τυραννία του "δημιουργικού αδιεξόδου" και απαντά:

    "Δεν έχω ιδέα. Οι ιδέες είναι απλώς σημεία εκκίνησης. Σπάνια μπορώ να τις καταγράψω όπως έρχονται στο μυαλό μου. Αμέσως μόλις αρχίσω να εργάζομαι, άλλες συγκεντρώνονται στη γραφίδα μου. Για να ξέρεις τι πρόκειται να ζωγραφίσεις, πρέπει να αρχίσεις να ζωγραφίζεις...Όταν βρίσκω τον εαυτό μου να κοιτάζει μια λευκή σελίδα, αυτό πάντα γυρίζει στο κεφάλι μου. Ό,τι συλλαμβάνω σε πείσμα του εαυτού μου, με ενδιαφέρει περισσότερο από τις ίδιες μου τις ιδέες."




Το πορτρέτο του Πικάσο με κιμωλία, που ο Ανρί Ματίς σχεδίασε με δεμένα τα μάτια. Φωτογραφία από τον Brassai)


     Για να καταδείξει διεξοδικότερα αυτή την αντίληψη ότι η καλύτερη δημιουργική εργασία ενσκύπτει όταν το λογικό, αυτό-λογοκρινόμενο μυαλό παύει να εμποδίζει την πορεία της ενστικτώδους προδιάθεσης - κάτι που ο Ρέι Μπράντμπερι διατύπωσε όμορφα σε μια συνέντευξή του το 1974 - ο Πικάσο προσφέρει ένα παραστατικό παράδειγμα. Παρά το γεγονός ότι ήταν τόσο θαυμαστής του Ματίς ως επαγγελματίας όσο και προσωπικός του φίλος, ανατρέχει στην περίφημη μεθοδική δημιουργική του διαδικασία σαν προδοσία της αντίληψής του ότι ένας καλιτέχνης θα έπρεπε να τιμάει την αρχική του/της δημιουργική προδιάθεση:

    "Ο Ματίς κάνει ένα σχέδιο, μετά το αντιγράφει. Το αντιγράφει πέντε φορές, δέκα φορές, κάθε φορά με καθαρότερες γραμμές. Είναι πεπεισμένος ότι το τελευταίο, το πιο λιτό, είναι το καλύτερο, το καθαρότερο, το πιο καθοριστικό: παρ΄ όλα αυτά, συνήθως είναι το πρώτο. Όταν μιλαμε για σχέδιο, τίποτα δεν είναι καλύτερο από το πρώτο σκίτσο."


 http://www.brainpickings.org/index.php/2014/02/18/neil-gaiman-on-creativity-where-ideas-comes-from/
 Κάνοντας το επιχείρημα του Πικάσο εμφανές: Το 2010, οι έφοροι του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Ν.Υόρκης χρησιμοποίησαν ακτίνες Χ για να αποκαλύψουν τις πολλές διαφορετικές προεγγίσεις πίσω από τον πίνακα του Ματίς "Λουόμενοι σε Ποταμό", στον οποίο ο ζωγράφος εργάστηκε για οκτώ χρόνια, από το 1909 ως το 1917.


     Οι "Συζητήσεις με τον Πικάσο" προσφερουν μια εξαιρετικά αποδοτική ανάγνωση στο σύνολό της. Οι αγγλομαθείς μπορείτε επίσης να συμπληρώσετε αυτό το συγκεκριμένο απόσπασμα με μια "τεχνική για την παραγωγή ιδεών" πέντε βημάτων από 1939, μετά να επισκεφτείτε τις απόψεις του Ντέιβιντ Λύντς πάνω στο "από πού έρχονται οι ιδέες", καθώς και κάποιες σκέψεις πάνω στο ζήτημα αυτό απο τον Νηλ Γκέιμαν.

   
(επιμέλεια - μετάφραση: Ζ.Κ.)

      

Monday, July 21, 2014

A Spectral Depiction Of An Existence



(Ζ.Κ.)


Searching thoroughly
You'll find
Arrows of rain
One heart
Two moments
Tell me where you're living them now
You promise me as much as a scream
Don't set eyes on leaving
I exist here
I look for water but you dry out

Searching everywhere
You forget
How many facts you pass by
Put a stone here
Put a light
Burn a candle
Burn many dawns

Unwillingly I grab the nib
I plant
You wither
Months
Years
You go away

I can't stand you being so far as
Two kisses
Thousands of words

I'll be away
I'll be half
I'll be spellbound
I'll be fake

I exist here
I look for water
But you dry out...


Z.K.

Φασματική Απεικόνιση Ύπαρξης



(Ζ.Κ.)


Ψάχνοντας σωστά θα βρεις
Βέλη από βροχή
Μια καρδιά
Δυο στιγμές
Πες μου τώρα πού τα ζεις
Μου τάζεις όσα μια κραυγή
Μη βάζεις μάτια στη φυγή
Υπάρχω εδώ
Ψάχνω για νερό
Μα εσύ στερεύεις

Ψάχνοντας παντού ξεχνάς
Πόσα προσπερνάς
Βάλε πέτρα εδώ 
Βάλε φως
Κάψε ένα κερί
Κάψε αυγές πολλές
Άθελά μου σφίγγω την αιχμή
Φυτεύω
Μαραίνεις
Μήνες
Χρόνια
Ξεμακραίνεις

Δεν αντέχω να απέχεις 
Δυο φιλιά 
Χίλια λόγια

Θα 'μαι μακριά
Θα 'μαι μισή
Θα 'χω γητευτεί
Θα 'μαι πλαστή

Υπάρχω εδώ
Ψάχνω για νερό
Μα εσύ στερεύεις...


Ζ.Κ. 



Sunday, July 6, 2014

ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Z.K.


Συναξαρίζω πρωί πρωί  

Θέλεις σφυγμό και θα συνεχίσω

Μου προμηθεύει το σκηνικό αυτοκρινείς συχνότητες 

Δε δύναμαι ν' αντισταθώ στην αντιλογία

Κοίτα ένα γύρω τους λιθοτρόπους ατοπηματίες

Πώς χαίρονται τη γυαλάδα της έμφασης 

Και βαθμολόγησε τη ντομπροσύνη των καθαρών βλεμμάτων.
 



Apropos  


I tell holy tales in early morning

You ask for a pulse and I'll go on

The scenery supplies me with autocrine frequencies

I'm not able to resist to controversy

Take a look to the stone-mannered offenders around you

How they indulge in the shine of emphasis

And then mark the rectitude of clear eyes. 


Tuesday, June 17, 2014

The Mirror and the Knife


(An excerpt from Manos Chatzidakis' writings, giving the ultimate - in my opinion - definition for what singing is)


(Manos Chatzidakis)

   "Singing is not a slogan nor an act of relief. Neither is it a chewing gum for the mouths of sportive adolescents nor some nightly companion for the taxi or truck drivers.
   "It is a responsible relationship, a loving action between us which discloses us. A ritual that demands - both from you and me - a kind of religious preparation, a rigorous exercise of knowledge and innocence, of revelation and tracking down, of memory and prophecy.
   "Singing is a magical moment and I am a magician in a fair, representing you, going to light up your hidden and unseen corners, to surprise you, to fill you up with questions and melodies which may become yours and be brought at home with you, so that your sleep gets interrupted and your complacency gets lost forever - if possible.
   "There's no need for you to be able to sing my songs. After all, are you able to make a bird disappear or bring it up through your dress or napkin? However, you can't forget something like that when you see it, nor will you forget it for the rest of your life. 
   "Instead, you will be narrating it to your children, the way you saw it for the first time once from a magician in a fair - just like my song".
   "You will be remembering it and you will be keeping it within you, without the possibility to cheer it up with a smug and loud voice. You will only be able to mutter it like a prayer or the "Ypermacho". (*)
  
   "My singing is not simplistic and pleasant like the tin badge of a political party or an athletic association. It does not flatter your habits, nor does it dissipate your embarassment, your domestic boredom or your inadequacy in love.
   "My singing is neither a monophonic artery nor a polyphonic and popular hysteria. It is a mystic fountain, a proper and ethical stance against the lies of our era, a fanciful game following unpredictable rules, an unexpected melody which becomes yours, indispensibly tangled with incorruptible, poetic and reborn words.
   "And don't forget: when you leave here, you won't own anything but the feeling, the thoughts and the questions I've been conveying to you through my music for the whole evening. 
   "What remains to me is the song, my magical moment, which is an exquisite answer, as long as you ask me. So, ask me. And then, please, be quiet! Because I'm going to sing!

   "I believe that the art of singing comprises a social service, because singing unites us in a common myth. 
   "And, as in dancing we unite our hands to follow the same rhythmic movements, in a similar way we unite our souls in singing to follow the same internal vibrations altogether.
  "As for the common myth, which doesn't exist nowadays, we reform it anew and from the begining again and again. Every time that we feel deeply the urge to sing."



[Translated from the Greek text found here]



(*): "Ti Ypermacho" = A Christian Orthodox byzantine hymn dedicated to the Confederate Mary, our Lord's Mother, just after the unsuccessful attempt by the Avar peopple to conquer Constantinople, in 626 AD.


Saturday, May 31, 2014

A SAGA FOR NON-PHENOMENAL PHENOMENA

 


Once upon a time...A comb. Made of wood. Having big sparse teeth. 

One day, the conb in a hand. Like every day. It combed hair. It combed and combed...

However, the hair got tangled. All the more tangled. And the comb was detangling them. It kept trying and trying...It was detangling dreams as well. And thoughts.

It saw tears for the first time on that day. It didn't understand what they were. Therefore, it jumped to a conclusion; they were magical drops.

Fearless, it thought of attempting to break the "spell". It couldn't though! It was held by the hand. It didn't know what to do...Then, a black hairpin came beside the comb. Before it took its place on the hair, it whispered to the comb:

 - Why not learning how to knit?
 - Knit what?, it asked bewildered.

But, the hairpin had already left. And the comb remained on the sideboard pensive.

On the same night, a book came beside her. How fat it was! "How many words could it have eaten to have become like this...", the comb thought. However, it didn't ask the book. Out of kindness.

The poor book seemed to be suffering. It couldn't turn a leaf! It looked like it had something serious to bother it. 

 - Excuse me, what's the matter?, asked the comb.
 - I'm disturbing you, aren't I? Please, forgive me, but I'm really loaded!, answered the book.
 - How can I hep you?
 - I'd be much obliged, but I don't think you would manage!, sighed the book in hopelessness.

The comb felt pity for it. And it found a way to help it: the book was giving the comb words from its pages and the comb was knitting them. In the beginning, it was kind of hard, because the comb hadn't knitted before. But, as the time was passing by, the project seemed to be made mechanically.

Until the morning came, everything was alright. The book was sleeping, relieved from its heavy burden, while the comb was snoring torn out by the night work, and a wonderful, bright mantle of words was coming down from its teeth. 

That day lapsed by normally. Like most of the days. Maybe a little more luminous. At night, the very same night, the comb went to sleep early. But, it wasn't lucky. It had to work overtime. To comp and detangle. 

Of course, now, with the mantle of words on its teeth, it also did - almost unconsciously - something else: it knitted. Words with hair. Letters with locks. Thoughts with syllables. 

The comb was exhausted when the hand left it back on the sideboard. It didn't even see any dreams. It just woke up covered with fragrances in the morning.

"That's why I didn't feel cold during the night!", it said. It jumped out of the cover and thought in awe: "Who on earth did cover me like this?"...Everything around seemed as usual. Even the hand, that came to pick it up for work. 

More days passed by. And equal nights. Some of them brought several more books as companions. Several more mornings the day woke up coverd with fragrances.

Someday, the tears - the "magical drops" - made their appearence on the face again. They'd been rolling down unstoppably. The comb was working. And searching. A way to break the "spell". 

Then, the mantles it had been knitting all this time started unfolding down from the hair and its teeth. Silver, golden, red, black, colorful, the words unwinded and spread on the mirror. What was most incredible, they tagged dreams along with them. They dragged images. And formed a whole life. Another, new life. There, on the mirror.

That was it! The "spell" broke. The tears vanished. And, at night, when the comb went to sleep again on the sideboard, it knew that the "spell" wouldn't come back again.

However, some visitors came along that night. They came and woke the comb up. They were a bunch of peculiar translucent creatures. Having non-definite shapes. And a variety of voices. Which kept speaking and telling lots of things - but the comb couldn't understand much.

Only one managed to speak loud and clear:

 - We are your words, it said. We came to say goodby. Now that we built a freedom, it's time for us to go. We'll leave you the covers we gave you, so that you'll remember us. 

And from then on, the wooden comb remained with the mantles there. On the sideboard. In front of the mirror. Strong. But not alone, as the best of its dreams was there too: her favorite book!



ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΑΦΑΝΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ



Μια φορά κι έναν καιρό...Μια χτένα. Ξύλινη, με μεγάλα, αραιά δόντια. Πάνω σ' ένα έπιπλο. Μπροστά σ' έναν καθρέφτη.

Μια μέρα, η χτένα σ' ένα χέρι. Όπως κάθε μέρα. Χτένιζε μαλλιά. Χτένιζε, χτένιζε...

Τα μαλλιά όμως μπλέκονταν. Όλο και μπλέκονταν. Κι η χτένα τα ξέμπλεκε, τα ξέμπλεκε...Και μαζί ξέμπλεκε όνειρα. Ξέμπλεκε σκέψεις.

Δάκρυα είδε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα. Δεν κατάλαβε τι ήταν. Γι' αυτό και κατέληξε σ' ένα συμπέρασμα: ήταν μαγικές σταγόνες.

Ατρόμητη, σκέφτηκε να σπάσει τα μάγια. Δε μπορούσε όμως! Την κρατούσε το χέρι. Δεν ήξερε τι να κάνει...Τότε ήρθε κοντά της ένα μαύρο πιαστράκι. Πριν πάρει τη θέση του στα μαλλιά, της ψιθύρισε:

 - Γιατί δε μαθαίνεις να πλέκεις;
 - Να πλέκω τι; ρώτησε σαστισμένη.

Το πιαστράκι όμως είχε φύγει. Κι η χτένα έμεινε πάνω στο έπιπλο συλλογισμένη.


Το ίδιο βράδυ, ήρθε δίπλα της ενα βιβλίο. Τι χοντρό που ήταν! “Πόσες λέξεις να έχει φάει κι έχει γίνει έτσι...”, σκέφτηκε η χτένα. Δεν το ρώτησε όμως. Από ευγένεια.

Το καημένο το βιβλίο φαινόταν να υποφέρει. Δε μπορούσε να κλείσει φύλλο. Έμοιαζε να έχει κάτι πολύ σοβαρό.

 - Συγγνώμη, τι σας συμβαίνει; ρώτησε η χτένα.
 - Σας ενοχλώ, έτσι δεν είναι; Συγχωρήστε με, αλλά έχω μεγάλο βάρος!, είπε το βιβλίο.
 - Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω;
 - Πολύ θα το ήθελα, αλλά νομίζω ότι δε γίνεται τίποτα!, στέναξε απελπισμένο το βιβλίο.

Η χτένα το λυπήθηκε. Και βρήκε τρόπο να το βοηθήσει: εκείνο της έδινε λέξεις από τις σελίδες του κι αυτή τις έπλεκε. Στην αρχή, δυσκολεύτηκε λίγο, γιατί δεν είχε πλέξει άλλη φορά. Όσο όμως περνούσε η ώρα, το πλεκτό έμοιαζε να φτιάχνεται μόνο του.

Ως το πρωί, ήταν όλα εντάξει: το βιβλίο κοιμόταν ξαλαφρωμένο, η χτένα ροχάλιζε κατάκοπη απ' το νυχτέρι κι από τα δόντια της ξεκινούσε ένας υπέροχος αστραφτερός μάνδυας από λέξεις.

Εκείνη η μέρα κύλησε ομαλά. Όπως όλες οι μέρες. Ίσως λίγο πιο λαμπερή. Το βράδυ, το ίδιο βράδυ, η χτένα έπεσε για ύπνο νωρίς. Δε ήταν όμως τυχερή: έπρεπε να δουλέψει υπερωρία. Να χτενίσει και να ξεμπλέξει.

Τώρα, βέβαια, με το μανδύα των λέξεων στα δόντια, έκανε σχεδόν ασυναίσθητα και κάτι άλλο: έπλεκε. Λέξεις με μαλλιά. Τρίχες με γράμματα. Σκέψεις με συλλαβές.

Δεν έβλεπε πια μπροστά της από την κούραση, όταν το χέρι την άφησε και πάλι στο έπιπλο. Ούτε όνειρο είδε τη νύχτα. Μόνο που το πρωί βρέθηκε σκεπασμένη μ' αρώματα.

Γι' αυτό δεν κρύωνα το βράδυ!”, σκέφτηκε. Τίναξε τα σκεπάσματά της κι απόρησε: “Μα καλά, ποιος με σκέπασε έτσι;” Γύρω όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ακόμα και το χέρι, που ήρθε ξανά να την πάρει για δουλειά.

Κύλησαν κι άλλες μέρες. Με ισάριθμες νύχτες. Κάποιες απ' αυτές της έφεραν κι άλλα βιβλία για συντροφιά. Κι άλλα πρωινά η χτένα ξύπνησε σκεπασμένη μ' αρώματα.


Κάποτε, φάνηκαν πάλι τα δάκρυα στο πρόσωπο – οι “μαγικές σταγόνες”. Κυλούσαν ασταμάτητα. Η χτένα δούλευε. Κι έψαχνε. Πώς να λύσει τα "μάγια".

Και τότε, από τα δόντια της κι από τα μαλλιά, άρχισαν να ξετυλίγονται οι μανδύες που έπλεκε τόσον καιρό η χτένα. Ασημένιες, χρυσές, κόκκινες, μαύρες, πολύχρωμες, ξεδιπλώνονταν οι λέξεις κι αραδιάζονταν πάνω στον καθρέφτη. Το πιο θαυμαστό ήταν ότι έσερναν μαζί τους και όνειρα. Έσερναν εικόνες. Κι έφτιαχναν μια ζωή ολόκληρη. Μιαν άλλη ζωή. Εκεί, πάνω στον καθρέφτη!

Αυτό ήταν. Τα μάγια λύθηκαν. Τα δάκρυα χάθηκαν. Και το βράδυ, που η χτένα ξαναπήγε για ύπνο πάνω στο έπιπλο, ήξερε πως δε θα ξαναγύριζαν πια.

Ήρθαν όμως κάποιοι άλλοι επισκέπτες. Ήρθαν και την ξύπνησαν. Ήταν ένα πλήθος παράξενα αραχνοΰφαντα πλασματάκια. Με ακαθόριστο σχήμα. Και μια ποικιλία φωνών. Που της έλεγαν πολλά, χωρίς εκείνη να μπορεί να το καταλάβει.

Μόνο ένα κατάφερε να μιλήσει ξεκάθαρα:

  • Είμαστε οι λέξεις σου, της είπε. Ήρθαμε να σου πούμε αντίο. Τώρα που χτίσαμε μια ελευθερία, ήρθε η ώρα να φύγουμε. Θα σου αφήσουμε τα σκεπάσματα που σου χαρίσαμε, για να μας θυμάσαι.

Κι έμεινε η χτένα η ξύλινη με τ' αρώματα. Πάνω στο έπιπλο. Μπροστά στον καθρέφτη. Δυνατή. Αλλά όχι μόνη, μια που το ομορφότερο όνειρό της ήταν επίσης εκεί: το αγαπημένο της βιβλίο!

 

Monday, March 3, 2014


Από τον ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ:



Ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τα e-books και να διαβάσουμε κάποια (έστω ένα). Έχουν τη χάρη τους κι αυτά και μπορούν κάλλιστα να κάνουν παρέα στα αδέρφια τους από χαρτί, στο κομμάτι της ζωής μας που τα αφορά...

Wednesday, February 26, 2014

Αίτηση επιπλέον χρόνου





Φέρε μαζί σου χρόνο
ελεύθερο
δωρεάν
γεμάτο
ποιοτικό
Μαζί με τον αέρα σου
τον ακοπάνιστο
τον φρέσκο
τον ορμητικό
το ζωογόνο

Φέρε μαζί σου χρόνο
άπλετο
καθαρό
ακερμάτιστο
αληθινό
Μαζί με το πρόσωπό σου
το ανθρώπινο
το ατέλειωτο
το ατελείωτο
το φωτογόνο

Φέρε μαζί σου χρόνο
να σ’ αγαπώ.



Application for extra time


Bring time with you
free
costless
full
quality time
Along with your air
the unifying
the fresh
the howling
the reviving

Bring time with you
immense
immaculate
coherent
real
Along with your face
the human
the endless
the incomplete
the photogenous

Bring time with you
so that I can love you.


Z.K.