Saturday, May 31, 2014

ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΑΦΑΝΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ



Μια φορά κι έναν καιρό...Μια χτένα. Ξύλινη, με μεγάλα, αραιά δόντια. Πάνω σ' ένα έπιπλο. Μπροστά σ' έναν καθρέφτη.

Μια μέρα, η χτένα σ' ένα χέρι. Όπως κάθε μέρα. Χτένιζε μαλλιά. Χτένιζε, χτένιζε...

Τα μαλλιά όμως μπλέκονταν. Όλο και μπλέκονταν. Κι η χτένα τα ξέμπλεκε, τα ξέμπλεκε...Και μαζί ξέμπλεκε όνειρα. Ξέμπλεκε σκέψεις.

Δάκρυα είδε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα. Δεν κατάλαβε τι ήταν. Γι' αυτό και κατέληξε σ' ένα συμπέρασμα: ήταν μαγικές σταγόνες.

Ατρόμητη, σκέφτηκε να σπάσει τα μάγια. Δε μπορούσε όμως! Την κρατούσε το χέρι. Δεν ήξερε τι να κάνει...Τότε ήρθε κοντά της ένα μαύρο πιαστράκι. Πριν πάρει τη θέση του στα μαλλιά, της ψιθύρισε:

 - Γιατί δε μαθαίνεις να πλέκεις;
 - Να πλέκω τι; ρώτησε σαστισμένη.

Το πιαστράκι όμως είχε φύγει. Κι η χτένα έμεινε πάνω στο έπιπλο συλλογισμένη.


Το ίδιο βράδυ, ήρθε δίπλα της ενα βιβλίο. Τι χοντρό που ήταν! “Πόσες λέξεις να έχει φάει κι έχει γίνει έτσι...”, σκέφτηκε η χτένα. Δεν το ρώτησε όμως. Από ευγένεια.

Το καημένο το βιβλίο φαινόταν να υποφέρει. Δε μπορούσε να κλείσει φύλλο. Έμοιαζε να έχει κάτι πολύ σοβαρό.

 - Συγγνώμη, τι σας συμβαίνει; ρώτησε η χτένα.
 - Σας ενοχλώ, έτσι δεν είναι; Συγχωρήστε με, αλλά έχω μεγάλο βάρος!, είπε το βιβλίο.
 - Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω;
 - Πολύ θα το ήθελα, αλλά νομίζω ότι δε γίνεται τίποτα!, στέναξε απελπισμένο το βιβλίο.

Η χτένα το λυπήθηκε. Και βρήκε τρόπο να το βοηθήσει: εκείνο της έδινε λέξεις από τις σελίδες του κι αυτή τις έπλεκε. Στην αρχή, δυσκολεύτηκε λίγο, γιατί δεν είχε πλέξει άλλη φορά. Όσο όμως περνούσε η ώρα, το πλεκτό έμοιαζε να φτιάχνεται μόνο του.

Ως το πρωί, ήταν όλα εντάξει: το βιβλίο κοιμόταν ξαλαφρωμένο, η χτένα ροχάλιζε κατάκοπη απ' το νυχτέρι κι από τα δόντια της ξεκινούσε ένας υπέροχος αστραφτερός μάνδυας από λέξεις.

Εκείνη η μέρα κύλησε ομαλά. Όπως όλες οι μέρες. Ίσως λίγο πιο λαμπερή. Το βράδυ, το ίδιο βράδυ, η χτένα έπεσε για ύπνο νωρίς. Δε ήταν όμως τυχερή: έπρεπε να δουλέψει υπερωρία. Να χτενίσει και να ξεμπλέξει.

Τώρα, βέβαια, με το μανδύα των λέξεων στα δόντια, έκανε σχεδόν ασυναίσθητα και κάτι άλλο: έπλεκε. Λέξεις με μαλλιά. Τρίχες με γράμματα. Σκέψεις με συλλαβές.

Δεν έβλεπε πια μπροστά της από την κούραση, όταν το χέρι την άφησε και πάλι στο έπιπλο. Ούτε όνειρο είδε τη νύχτα. Μόνο που το πρωί βρέθηκε σκεπασμένη μ' αρώματα.

Γι' αυτό δεν κρύωνα το βράδυ!”, σκέφτηκε. Τίναξε τα σκεπάσματά της κι απόρησε: “Μα καλά, ποιος με σκέπασε έτσι;” Γύρω όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ακόμα και το χέρι, που ήρθε ξανά να την πάρει για δουλειά.

Κύλησαν κι άλλες μέρες. Με ισάριθμες νύχτες. Κάποιες απ' αυτές της έφεραν κι άλλα βιβλία για συντροφιά. Κι άλλα πρωινά η χτένα ξύπνησε σκεπασμένη μ' αρώματα.


Κάποτε, φάνηκαν πάλι τα δάκρυα στο πρόσωπο – οι “μαγικές σταγόνες”. Κυλούσαν ασταμάτητα. Η χτένα δούλευε. Κι έψαχνε. Πώς να λύσει τα "μάγια".

Και τότε, από τα δόντια της κι από τα μαλλιά, άρχισαν να ξετυλίγονται οι μανδύες που έπλεκε τόσον καιρό η χτένα. Ασημένιες, χρυσές, κόκκινες, μαύρες, πολύχρωμες, ξεδιπλώνονταν οι λέξεις κι αραδιάζονταν πάνω στον καθρέφτη. Το πιο θαυμαστό ήταν ότι έσερναν μαζί τους και όνειρα. Έσερναν εικόνες. Κι έφτιαχναν μια ζωή ολόκληρη. Μιαν άλλη ζωή. Εκεί, πάνω στον καθρέφτη!

Αυτό ήταν. Τα μάγια λύθηκαν. Τα δάκρυα χάθηκαν. Και το βράδυ, που η χτένα ξαναπήγε για ύπνο πάνω στο έπιπλο, ήξερε πως δε θα ξαναγύριζαν πια.

Ήρθαν όμως κάποιοι άλλοι επισκέπτες. Ήρθαν και την ξύπνησαν. Ήταν ένα πλήθος παράξενα αραχνοΰφαντα πλασματάκια. Με ακαθόριστο σχήμα. Και μια ποικιλία φωνών. Που της έλεγαν πολλά, χωρίς εκείνη να μπορεί να το καταλάβει.

Μόνο ένα κατάφερε να μιλήσει ξεκάθαρα:

  • Είμαστε οι λέξεις σου, της είπε. Ήρθαμε να σου πούμε αντίο. Τώρα που χτίσαμε μια ελευθερία, ήρθε η ώρα να φύγουμε. Θα σου αφήσουμε τα σκεπάσματα που σου χαρίσαμε, για να μας θυμάσαι.

Κι έμεινε η χτένα η ξύλινη με τ' αρώματα. Πάνω στο έπιπλο. Μπροστά στον καθρέφτη. Δυνατή. Αλλά όχι μόνη, μια που το ομορφότερο όνειρό της ήταν επίσης εκεί: το αγαπημένο της βιβλίο!