Wednesday, August 20, 2014

Τάξη στο Χάος της Ζωής: η Ιζαμπέλ Αλιέντε για τη Συγγραφή

(Απόψεις της Χιλιανής συγγραφέα Ιζαμπέλ Αλιέντε
παρουσιασμένες από τη blogger Maria Popova
στο ιστολόγιό της Brain Pickings)


"Εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι και μετά από λίγο εμφανίζεται κι η μούσα"

   Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από εύγλωττες προσπάθειες να απαντηθεί το διαρκώς αναπάντητο ερώτημα γιατί οι συγγραφείς γράφουν. Για τον Τζορτζ Όργουελ, ήταν αποτέλεσμα τεσσάρων παγκόσμιων κινήτρων. Η Τζόαν Ντιντιόν το έβλεπε ως πολύτιμη πρόσβαση στο ίδιο της το μυαλό. Για τον Ντέβιντ Όστιν Ουάλλας ήταν για διασκέδαση. Η Τζόι Ουίλλιαμς έβρισκε σ' αυτό μια διέξοδο από το σκοτάδι στο φως. Για τον Τσάρλς Μπουκόφσκι, ξεπηδούσε από την ψυχή σαν πύραυλος
       Στο βιβλίο "Γιατί Γράφουμε: 20 Καταξιωμένοι Συγγραφείς Σχετικά Με Το Πώς και Γιατί Κάνουν Αυτό Που Κάνουν" (public library), το οποίο επίσης μας έδωσε την οξεία απάντηση της Μαίρη Καρ, η διάσημη Ιζαμπέλ Αλιέντε προσφέρει μια από τις πιο ποιητικές αλλά και πρακτικές απαντήσεις στο μεγάλο ερώτημα.



    Η Αλιέντε μοιράζεται την επιμονή του Κουρτ Βόνεγκατ στο να τοποθετεί τις ρίζες της αφήγησης στην προσωπική εμπειρία και γράφει:

   "Έχω ανάγκη να πω μια ιστορία. Είναι εμμονή. Κάθε ιστορία είναι ένας σπόρος από μένα, που αρχίζει να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, σαν όγκος, και πρέπει να την αντιμετωπίσω αργά ή γρήγορα. Γιατί μια συγκεκριμένη ιστορία; Δεν ξέρω όταν αρχίζω. Αυτό το μαθαίνω πολύ αργότερα. Με τα χρόνια ανακάλυψα ότι όλες οι ιστορίες που έχω πει, όλες οι ιστορίες που θα πω ποτέ, είναι συνδεμένες μαζί μου κατά κάποιο τρόπο. Αν μιλάω για μια γυναίκα στη Βικτωριανή εποχή, που αφήνει την ασφάλεια του σπιτιού της κι έρχεται στον Πυρετό του Χρυσού, στην Καλιφόρνια, στην πραγματικότητα μιλάω για φεμινισμό, για απελευθέρωση, για τη διαδικασία που πέρασα η ίδια στη ζωή μου, όταν δραπέτευσα από μια Χιλιανή, Καθολική, πατριαρχική, συντηρητική, Βικτωριανή οικογένεια και βγήκα στον κόσμο."

   Όπως ο Μαρκ Τουαίν, ο οποίος με διάσημο τρόπο συμβούλεψε έναν αντιπαλό του να "χρησιμοποιεί τη σωστή λέξη, όχι τη δεύτερη εξαδέρφη της", η Αλιέντε συνηγορεί στην ακρίβεια της γλώσσας σαν το μέγιστο πόρο:

  "Είναι τόσο σημαντικό για μένα να βρίσκω την κατάλληλη λέξη που θα δημιουργεί ένα συναίσθημα ή θα περιγράφει μια κατάσταση. Είμαι πολύ επιλεκτική πάνω σ' αυτό, επειδή είναι το μοναδικό υλικό που διαθέτουμε: λέξεις. Αλλά είναι δωρεάν. Άσχετα με το πόσες συλλαβές έχουν: δωρεάν! Μπορείς να χρησιμοποιείς όσες θέλεις για πάντα."

    Στην πραγματικότητα, το συγγραφικό της ύφος θυμίζει αρκετά την αγαπημένη Γαλλο-Κουβανή συγγραφέα Αναΐς Νιν - και η ίδια η Αλιέντε παρέχει μια όμορφη υπόθεση σχετικά με κάποιο κοινό "νήμα":

  "Προσπαθώ να γράφω όμορφα αλλά προσιτά. Στις ρομαντικές γλώσσες, Ισπανικά, Γαλλικά, Ιταλικά, υπάρχει ένας "λουλουδιαστός" τρόπος να πεις τα πράγματα, που δεν υπάρχει στα Αγγλικά. Ο σύζυγός μου λέει ότι μπορεί πάντα να ξεχωρίσει πότε λαβαίνει γράμμα στα Ισπανικά: ο φάκελος είναι βαρύς. Στα Αγγλικά, ένα γράμμα είναι μια παράγραφος. Μπαίνεις κατευθείαν στο θέμα. Στα Ισπανικά, αυτό είναι αγενές. Το να διαβάζω στα Αγγλικά, να ζω στα Αγγλικά, με έχει μάθει να κάνω τη γλώσσα όσο όμορφη είναι δυνατό, αλλά συγκεκριμένη. Περίσσια επίθετα, περίσσιες περιγραφές - απορρίψτε τα, είναι περιττά. Το να μιλώ Αγγλικά έχει κάνει το γράψιμό μου λιγότερο φορτωμένο. Προσπαθώ να διαβάσω "Το Σπίτι Των Πνευμάτων" τώρα και δε μπορώ. Θεέ μου, τόσα πολλά επίθετα! Γιατί? Αρκεί ένα καλό ουσιαστικό αντί για τρία επίθετα."

   Για την ωσμωτική ισορροπία ανάμεσα στο ένστικτο και τη λογική, προσθέτει:

   "Η φαντασία προκύπτει στη μήτρα. Δεν την επεξεργάζεται το μυαλό ώσπου να κάνεις τις διορθώσεις."

   Παρ' όλο που πολλοί διάσημοι συγγραφείς έχουν φημισμένα εσκεμμένες ρουτίνες και μικρές τελετουργίες, η Αλιέντε συγκαταλέγεται στους πιο ασυνήθεις και ακριβείς. Τελικά, όμως, απηχεί τον Τσακ Κλόουζ ("Η έμπνευση είναι για τους ερασιτέχνες - οι υπόλοιποι απλώς εμφανιζόμστε και στρωνόμαστε στη δουλειά"), τον Θωμά Έντισον ("Η επιτυχία είναι το προϊόν του σοβαρότερου είδους σωματικής και πνευματικής πειθαρχίας"), τον Ε.Β. Ουάιτ ("Ένας συγγραφέας που περιμένει τις ιδανικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θα εργαστεί, θα πεθάνει χωρίς να έχει βάλει ούτε μια λέξη στο χαρτί") και τον Τσαϊκόφσκι ("Ένας καλλιτέχνης με αυτοσεβασμό δεν πρέπει να σταυρώνει τα χέρια με τη δικαιολογία ότι δεν έχει διάθεση"), υπογραμμίζοντας τη σημασία της πειθαρχίας στην εργασία έναντι της παροιμιώδους "μούσας":

   "Αρχίζω όλα μου τα βιβλία στις οκτώ Ιανουαρίου. Μπορείτε να φανταστείτε την εβδόμη Ιανουαρίου; Είναι κόλαση. Προετοιμάζω το φυσικό μου χωρο. Καθαρίζω τα πάντα από τα προηγούμενα βιβλία μου. Αφήνω μόνο τα λεξικά μου, τις πρώτες μου σημειώσεις και το υλικό της έρευνας για το καινούριο βιβλίο. Και μετά, την ογδόη Ιανουαρίου, διασχίζω τα δεκαεπτά βήματα από την κουζίνα προς το σπιτάκι της πισίνας που είναι το γραφείο μου. Είναι σαν ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο. Είναι χειμώνας και συνήθως βρέχει. Πηγαίνω με την ομπρέλα μου και τον σκύλο, που με ακολουθεί. Από εκείνα τα δεκαεπτά βήματα, βρίσκομαι σε άλλο κόσμο και είμαι ένα άλλο πρόσωπο. Πηγαίνω εκεί φοβισμένη. Και αναστατωμένη. Και απογοητευμένη - επειδή έχω κάποια ιδέα που δεν είναι ιδέα στην πραγματικότητα. Οι πρώτες δυο, τρεις, τέσσερεις εβδομάδες είναι χαμένες. Απλώς εμφανίζομαι μπροστά στον υπολογιστή. Εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι και μετά από κάποιο διάστημα εμφανίζεται και η "μούσα". Αν δεν εμφανιστεί μετά από πρόσκληση, τελικά απλώς εμφανίζεται."

     Σαν τον Νικ Γκέιμαν, που συμβουλεύει "συνεχίστε να κινείστε", επειδή "η τελειότητα είναι σαν να κυνηγάτε τον ορίζοντα", η Αλιέντε μοιράζεται μια προειδοποητική παρατήρηση:

 "Διορθώνω σε βαθμό εξάντλησης και μετά λέω "παραδίνομαι". Ποτέ δεν είναι τελειωμένο [το χειρόγραφο] και θεωρώ ότι θα μπορούσε πάντα να γίνει καλύτερο, αλλά κάνω ό,τι περισσότερο μπορώ. Με τον καιρό έμαθα να αποφεύγω να διορθώνω υπερβολικά. Όταν πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή και είδα ότι θα μπορούσα να διορθώνω επ' άπειρον, το ύφος μου [το συγγραφικό] έγινε άκαμπτο."

    Αλλά η πιο μεγάλη δοκιμασία της δημιουργικής της αντοχής ήρθε όταν χρειάστηκε να αποδεσμευτεί αποτελεσματικά από μια προσωπική τραγωδία:

    "Η κόρη μου Πάολα πέθανε το Δεκέμβρη του 1992. Στις 7 Ιανουαρίου του 1993, η μητέρα μου είπε: "Αύριο είναι οκτώ Ιανουαρίου. Αν δεν γράψεις, θα πεθάνεις κι εσύ". Μου έδωσε τα 180 γράμματα που της είχα στείλει όλο το διάστημα που η Πάολα ήταν σε κώμα και μετά πήγε για ψώνια. Όταν επέστρεψε, έξι ώρες αργότερα, είχα πνιγεί στο κλάμα αλλά είχα γράψει τις πρώτες σελίδες της "Πάολα". Η συγγραφή δίνει πάντα ένα είδος τάξης στο χάος της ζωής. Οργανώνει τη ζωή και τη μνήμη. Ως σήμερα, η ανταπόκριση των αναγνωστών με βοηθάει να νιώθω την κόρη μου ζωντανή".

  Στρέφοντας το βλέμμα στο μέλλον της αφηγηματικής λογοτεχνίας, η Αλιέντε συνηγορεί σε ένα είδος μετριοπαθούς "αγνωστικισμού", υπενθυμίζοντας ότι μια καλή ιστορία θα είναι μια καλή ιστορία, οπουδήποτε κι αν ζει - αρκεί να ζει στην καρδιά :

   "Η αφήγηση και η λογοτεχνία θα υπάρχουν πάντα, αλλά τι σχήμα θα πάρουν; Θα γράφουμε μυθιστορήματα για να παιχτούν; Η ιστορία θα υπάρχει, αλλά πώς, δεν ξέρω. Ο τρόπος που λέγονται σήμερα οι ιστορίες μου είναι με το να εκδίδονται με τη μορφή βιβλίου. Στο μέλλον, αν αυτός δεν είναι ο τρόπος να λέγεται μια ιστορία, θα προσαρμοστώ."

     Τελειώνει με τρεις συμβουλές προς τους επίδοξους συγγραφείς:


  • "Αξίζει τον κόπο να βρίσκει κανείς την κατάλληλη λέξη που θα δημιουργήσει ένα συναίσθημα ή θα περιγράψει μια κατάσταση με ακρίβεια. Χρησιμοποιείστε λεξικό, χρησιμοποιήστε τη φαντασία σας, ξύστε το κεφάλι μέχρι να σας έρθει, αλλά βρείτε τη σωστή λέξη."
  • "Όταν νιώθετε ότι η ιστορία αρχίζει να έχει ρυθμό - τα πρόσωπα παίρνουν μορφή, μπορείτε να τα δείτε, μπορείτε ν' ακούσετε τις φωνές τους και κάνουν πράγματα που δεν έχετε σχεδιάσει, πράγματα που δεν είχατε φανατστεί - τότε ξέρετε ότι το βιβλίο είναι κάπου και το μόνο που χριεάζεται είναι να το βρείτε και να το φέρετε, λέξη - λέξη, σ' αυτόν τον κόσμο."
  • "Όταν λέτε μια ιστορία σ' ένα φίλο μέσα στην κουζίνα, είναι γεμάτη λάθη κι επαναλήψεις. Είναι καλό να το αποφεύγετε αυτό στη λογοτεχνία, αλλά, ακόμα κι έτσι, μια ιστορία θα πρέπει να αφήνει την αίσθηση μιας συζήτησης. Δεν είναι διάλεξη."

      Η συγκινητική ομιλία της Αλιέντε το 2007 για το TED θα σας δώσει μια ακόμα πληρέστερη εκτίμηση για τη μοναδική της προσέγγιση της αφήγησης:




      Το υπόλοιπο βιβλίο "Γιατί Γράφουμε" φιλοξενεί απόψεις και και συμβουλές πάνω στην τέχνη της γραφής από σημαντικά σύγχρονα πρόσωπα, όπως η Τζένιφερ Ήγκαν, ο Μάικλ Λούις, η Σούζαν Όρλιν και ο Τζέιμς Φρέι, ανάμεσα σ' άλλους. Μπορεί να συνδυαστεί με των: Χ. Π. Λάβκραφτ "Συμβουλές προς επίδοξους συγγραφείς", Φ. Σκοτ Φιτζεραλντ "Γράμμα προς την κόρη μου", Ζέιντι Σμιθ "10 κανόνες συγγραφής", Κουρτ Βόνεγκατ "8 κλειδιά για τη δύναμη της γραπτής λέξης" Ντέιβιντ Ογκίλβι "10 καθόλου ανόητες συμβουλές", Χένρι Μίλερ "11 εντολές", Τζακ Κέρουακ "30 πεποιθήσεις και τεχνικές", Τζον Στάινμπεκ "6 δείκτες", Νηλ Γκέιμαν "8 κανόνες", Μάργκαρετ Άτγουντ "10 πρακτικές συμβουλές" και Σούζαν Σόνταγκ "συνδυασμένες γνώσεις".



(μετάφραση: ΖΚ)