Saturday, October 4, 2014

Διαδρομές στην Αθήνα


 

Αδριανού, Ασωμάτων και Αποστόλου Παύλου


- E, κύριος, μου κλείνεις τον ήλιο!

  Είχε σταθεί επί της Αδριανού, για λίγα λεπτά. “Μια ανάσα”, είχε σκεφτεί, “να χαρώ λίγο τη μέρα”. Να θυμηθεί να χαρεί τη μέρα, για την ακρίβεια. Να θυμηθεί ότι δεν ήταν καθημερινή, ότι ήταν Κυριακή, ότι δε βρισκόταν εκεί για δουλειά, ότι είχε βγει να πιστοποιήσει τον ερχομό των Αλκυονίδων για άλλη μια χρονιά. Να θυμηθεί να κόψει ταχύτητα, να κατεβάσει ρολά. Και ν' ανοίξει κεραίες.
  Ενεργό γρανάζι σε καλή κατάσταση, πέρα από κάτι περιστασιακά λαδώματα με γράσο της τελευταίας ιατρικής τεχνολογίας, καθαρό, αποτελεσματικό, μακριά από...λαδώματα προς εκτροχιασμόν, είχε κεκτημένη ταχύτητα. Όλη την ώρα. Οι διακοπές αποτελούσαν απλά και μόνο αλλαγή τόπου, παραστάσεων, δραστηριοτήτων. Πάντα σε εγρήγορση, πάντα “σε φόρμα”, πάντα το τόξο τεντωμένο. Μέσα στο σπίτι ή έξω από αυτό, είτε μόνος είτε με φίλους. Και πάλι να μην αρκεί.
  Προχθές, όμως, στην κηδεία του Νίκου, απόρησε. Για να είναι ειλικρινής, επέτρεψε στον εαυτό του να απορήσει. Πού πήγε η ζωή ως τώρα. Να σκεφτεί. Τι είναι ζωή τελικά. Να δει λίγο μακρύτερα, πάνω από τη “μάντρα” της καθημερινότητας. Και μετά να νιώσει. Λύπη για το φίλο, θλίψη για την οικογένειά του, ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι ζούσε, χαρά για όσα είχε περάσει, όσα είχε γύρω του και όσα τον περίμεναν. Μαζί με φόβο γι' αυτά τα τελευταία, μια που δεν ήξερε καθόλου τι ερχόταν από τη γωνία – κι οι συνθήκες προμήνυαν μάλλον δυσοίωνα γεγονότα. Πάντως, η ελπίδα να τα ζήσει ήταν πολύ εντονότερη από την ελπίδα να είναι ρόδινα. Κι αυτό είχε σημασία. Γινόταν ανθρώπινος...
   Άθελά του, το ίδιο ευχήθηκε ολόψυχα στο νεογέννητο της Μαρίνας όταν έμαθε τα χαρμόσυνα νέα για την άφιξή του. Ενώ η φωνή του μετέδιδε τις καθιερωμένες για την περίσταση ευχές – που αδυνατούσαν να μεταφέρουν όλο το φορτίο της χαράς του για το μωρό – η ψυχή του ευχόταν με όλο της το σθένος “Ελπίδα και δύναμη για ζωή, όποιο πρόσωπο κι αν του δείξει!”
   
- Ε, κύριος, είσαι περήφανος στ' αυτιά ή στο μυαλό;

  Είχε σταθεί επί της Αδριανού. Μέρα και ώρα που τα κλισέ για το αττικό φως και τη ροή του γύρω από καθετί στο τοπίο, ιδίως τη φιγούρα του Παρθενώνα εκεί πάνω στο βράχο, παίρνουν υφή κι υπόσταση. Ώρα να βιώσει αυτό που όλοι γύρω του έχουν κάνει μια από τις τρέχουσες λεξιλογικές μόδες: “χαλάρωση”.  Πριν να προλάβει όμως να το συναντήσει καν, ήρθε το παραπάνω...ευγενικό δίλημμα. Συμπληρωμένο με την ίδια...ευγενική επισήμανση:

- Είπαμε, μου κρύβεις τον ήλιο.
  
 Ένας νεαρός, καθιστός σε μια καρέκλα της καφετέριας πίσω του, με ενοχλημένο ύφος και μαύρα γυαλιά, έδιωχνε τη μύγα από το σπαθί του.

 Χαμογέλασε:

- Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο. Μάλλον φταίνε τα μαύρα γυαλιά σου, όμως.
- Κοπλιμέντο; Α, κατάλαβα. Είσαι κι εσύ από κείνους.
- Από ποιους;
- Από κείνους που το παίζουν σοφοί και ξερόλες. Που λένε να δίνεις και το άλλο μάγουλο.
- Γιατί το λες;
- Ε, χωριό που φαίνεται... “Κοπλιμέντο”, “φταίνε τα μαύρα γυαλιά σου”...Ευγένειες και “δε φέρουμε καμία ευθύνη”. Άντε, μωρέ, ίδιοι είστε όλοι!

 Ένιωσε σάκος του μποξ για το οργισμένο νιάτο. Τι να του πει όμως; Πόσες και ποιες εξηγήσεις θα είχαν σημασία; Μήπως δε μοιράζονταν και οι δυο την ευθύνη για τους συνειρμούς που πυροδότησε το παράπονο του νεαρού στο κεφάλι του “κυρίου”; Προτίμησε να προχωρήσει, φροντίζοντας ωστόσο να τιμήσει την τιμητική πλακέτα του "ξερόλα" που του απένειμε τόσο επίσημα ο νεαρός, λέγοντας:

- Δεν έχεις κι άδικο...Χαιρετισμούς στο Διογένη!
- Ποιον Διογένη; 
- Τον αρχαίο, απάντησε ως γνήσιος ξερόλας και συνέχισε το δρόμο του.

  Με την απορία αν ο Διογένης στα νιάτα του έμοιαζε καθόλου στο συγκεκριμένο νεαρό, συνάντησε την Ασωμάτων, που τον πέρασε στην Αποστόλου Παύλου. Το καλντερίμι, τα μαγαζάκια, τα όσα παλιά σπίτια, το πολύχρωμο πλήθος της Κυριακής, τον έφεραν στα νησιώτικα μονοπάτια των παιδικών του καλοκαιριών. Σε ρυθμούς χαλαρούς, σε μέρες βγαλμένες από διαφημιστικό σποτ με την υπογραφή της μνήμης.
  Η σκέψη του, αδέσμευτη από μηχανιστικούς υπολογισμούς, αναγκαστικές ανακλήσεις και επιβεβλημένες διαδρομές ώστε να επιτευχθεί η επίδοση, περιπλανιόταν ανάμεσα και πάνω από τους άλλους...Πώς βαδίζει άραγε κανείς σ' ένα δρόμο, ανάμεσα σ' ένα πλήθος, για ν' ανέβει σ' ένα βράχο να τους μιλήσει για κάτι εντελώς καινούριο και να πείσει, χωρίς να τον περάσουν για τρελό ή τσαρλατάνο;
  Μαγαζάκια, διάφορα καλούδια, άνθρωποι που πουλούν, άνθρωποι που αγοράζουν, μοναχικοί, ζευγάρια, παρέες, διαφορά στις σκέψεις και τις συμπεριφορές, ζωντάνια στη διαφορά, ομορφιά στη ζωντάνια. Στο φόντο αρχαιότητες, ελιές, ηλεκτρικό τρένο που περνάει κάθε λίγα λεπτά κι ένας ουρανός γεμάτος υποσχέσεις για θεαματικό ηλιοβασίλεμα. Στις δυο πλευρές του δρόμου αφημένα προβλήματα, έγνοιες, λιτότητα, ανέχεια, απολύσεις, ανεργία, ειδήσεις κάθε ζώνης. Αποσκευές που θα ξαναφορτωθούν οι περισσότεροι σε λίγη ώρα, πριν επιβιβαστούν στα διάφορα μέσα για αναχώρηση...
  Μια ακόμα μικρή επανάσταση ελεύθερου χρόνου, απόλαυσης της ύπαρξης, άσκηση αυτεξούσιου είχε φτάσει στο τέλος της. Βαλβίδα εκτόνωσης; Ή κρίκος στην αλυσίδα;

  Τα φώτα έσβησαν, το κοινό χειροκρότησε. Σε λίγες ώρες, οι πρώτες κριτικές πριμοδότησαν τα “κάδρα”, τις μεταβάσεις, την επεξεργασία, τον ήχο, τη σκηνοθεσία. Η αφήγηση τους φάνηκε κάπως “άνευρη” και σε κάποια σημεία “βαριά”, οι προβληματισμοί “κλισέ” και η πλοκή “ανολοκλήρωτη”.  “Πάντως”, κατέληγαν, “η ταινία θέτει βάσεις για σκέψη και αιχμές για την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, εκφράζοντας το ανθρώπινο γίγνεσθαι όπως αυτό εξελίσσεται μέσα στα χρονικά όρια λίγων ωρών ανάπαυλας μιας Κυριακής. Η απεικόνιση μέρους του ιστορικού κέντρου της Αθήνας με μονοκάμερη λήψη και ασπρόμαυρες αναδρομές συμβάλλει στη συγχρονική και διαχρονική απόδοση της ατμόσφαιρας της πόλης, σαν οργανικό στοιχείο της ταινίας.”

- Ε, κύριος, είσαι μάστορας!

 Ο πραγματικός νεαρός της Αδριανού είχε έρθει να επιδόσει τα εύσημα στον πραγματικό κύριο που του έκλεινε τον ήλιο εκείνη την πραγματική Κυριακή και να τον ευχαριστήσει που του είχε ανοίξει ένα παράθυρο στην ιστορική συνέχεια:

- Ο Διογένης σου στέλνει χαιρετίσματα!

  Κι ο πραγματικός κύριος της Αδριανού, της Ασωμάτων και της Αποστόλου Παύλου απάντησε μειλίχια:

- Αμήν!