Wednesday, August 19, 2015

ΠΡΕΣΠΕΣ




Πλησιάζει να κλείσει χρόνος από την πρώτη – και καθοριστική – επίσκεψή μου στις Πρέσπες, για τα “Πρέσπεια”. Ήταν τέλη Αυγούστου πέρσι, όταν, με καλή παρέα – οικογενειακούς φίλους που κάνουν το ταξίδι κάθε χρόνο και με ξεσήκωσαν να τους ακολουθήσω – ξεκινήσαμε από Ελευθερούπολη, πρωί-πρωί, νυσταγμένοι, αλλά και ενθουσιασμένοι. Εκδρομή γαρ...

Η διαδρομή γνωστή: Εθνική οδός (Εγνατία) ως τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί κατεύθυνση προς Βέρροια, όπου φυσικά κάναμε την καθιερωμένη στάση για καφέ (αυτή τη φορά δεν αγοράσαμε το περίφημο ραβανί, επιφυλασσόμενοι για την επιστροφή). Έχοντας πια ξυπνήσει για καλά, πήραμε το δρόμο για Κοζάνη και μετά βγήκαμε Φλώρινα, μέσω Πτολεμαΐδας. Όλη η διαδρομή είχε διαρκέσει γύρω στις 6 ώρες. Δεν είχα δει τη Φλώρινα στην καλοκαιρινή εκδοχή της, παρά μόνο μια φορά συννεφιασμένη και σκοτεινή. Τώρα μας καλωσοριζε φωτεινή και πολυχρωμη.

Δεν ειχαμε την ευκαιρία να τριγυρισουμε πολύ μέσα στην πόλη την πρώτη μέρα, μια που έπρεπε να πάμε στο ξενοδοχείο. Σταθήκαμε μόνο σ' ένα κατάστημα κι αγοράσαμε καπέλα και κάλτσες, μια που η φίλη μας – γνώστρια των συνθηκών στις λίμνες, λόγω των συχνών επισκέψεών της - επέμενε στα συγκεκριμένα αξεσουάρ, ως απολύτως απαραίτητα.

Το ξενοδοχείο βρισκόταν στην έξοδο της πόλης προς τις Πρέσπες, σε μια κατάφυτη πλαγιά, με θέα βουνό και δάσος. Ήταν ένα καλαίσθητο κτίριο, σχετικά καινούριο, καθόλου κραυγαλέο, αρκετά εναρμονισμένο με τον περιβάλλοντα χώρο. Διέθετε ευρύχωρο πάρκνγκ και οι εσωτερικοί χώροι του ήταν καλοδιατηρημένοι, άνετοι και καθαροί. Για μας, μάλιστα, που το θέλαμε ως σημείο εκκίνησης και στάθμευσης για την εξόρμησή μας στις λίμνες, αποτελούσε εξαιρετική επιλογή. Ιδιαίτερα σε συνάρτηση με την τιμή (50 ευρώ τη βραδιά/δίκλινο).






Εγκατασταθήκαμε στα δωμάτια, ετοιμάσαμε τις τσάντες με τις προμήθειες που θα παίρναμε μαζί (μπουφάν λεπτά, κάλτσες, καπέλα, τα απολύτως απαραίτητα ψιλολόγια για την εξόρμηση, ξηρά τροφή) και ξεκινήσαμε για Πρέσπες.

Στο σημείο αυτό, αναμένεται (κι αναμένετε...) να γράψω κάτι για τη διαδρομή – μια που δεν κατάφερα να βγάλω φωτογραφίες εν κινήσει, λόγω των στροφών. Ναι, ήταν πολλές. Ελάχιστες από αυτές ήταν απότομες, όμως. Και καμιά δε μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς, στο μεγαλύτερο μέρος της, μας σκέπαζαν θεόρατα δέντρα: οξιές κυρίως, αλλά και κάποιες καστανιές και βελανιδιές. Ανάμεσά τους, η γνωστή ορεινή βλάστηση, με τις φτέρες να κυριαρχούν. Από τα παράθυρα του αυτοκινήτου έμπαινε δροσιά του βουνού, κουβαλώντας τις ανάλογες μυρωδιές – ποιος ο λόγος για κλιματιστικό; Ανάσες οξυγόνου, που έμελλε να μας χρειαστούν αργότερα...

Από τις λίγες φορές που ξεμένω από λέξεις, αδυνατώ να περιγράψω αυτή τη διαδρομή περισσότερο και δε θα το κάνω, για να μην την αποδομήσω. Είναι από εκείνες που διανύει κανείς με όλες του τις αισθήσεις.

Ώσπου φτάσαμε στη στροφή που μας άνοιξε – ξαφνικά κι εντελώς απρόσμενα για όσους ερχόμασταν για πρώτη φορά – το οπτικό πεδίο, φαρδύ-πλατύ, στην κοιλάδα των Πρεσπών.
Και τώρα, πρέπει πάλι να περιγράψω, ε; Νομίζετε! Γιατί υπάρχουν φωτογραφίες – και θα μιλήσουν εκείνες:


















Αφού κατεβήκαμε στο επίπεδο των λιμνών, κινηθήκαμε βόρεια, προς το Πλατύ, για να δούμε ένα αξιόλογο παλιό εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου, με ενδιαφέρουσες αγιογραφίες του 16ου αιώνα – και να βγάλουμε φωτογραφίες, φυσικά:































Η θέα από το εκκλησάκι ήταν...καλοκαιρινή και μεσημεριάτικη: υπερτερούσε το κίτρινο και το πράσινο, με το γαλάζιο των λιμνών και το μπλαβί των βουνών στο βάθος, να αποτελούν τις βασικές πινελιές του φόντου:









Επιστρέφοντας προς το χωριό, κάποιες λεπτομέρειες μου τράβηξαν την προσοχή (άλλοι θα τις θεωρήσουν ανάξιες λόγου, άλλοι "ρουστίκ γραφικότητες για άνθρωπο της πόλης", ενώ για τα δικά μου μάτια αποτελούν απλώς υπομνήσεις μιας ζωής που έχουμε αφήσει πίσω οι περισσότεροι):










Εκεί, στην έξοδο του χωριού, γευματίσαμε κάτι στα πρόχειρα, καθώς το απόγευμα ήταν ήδη προ των πυλών (δε θα ήταν 15.30;) και μετά, κατευθυνθήκαμε προς το νησάκι, τον Άγιο Αχίλλειο:



Ακριβώς πριν την πλωτή γέφυρα, που θα μας έφερνε στο νησί χωρίς την ανάγκη κάποιας βάρκας, αφήσαμε αναγκαστικά το αυτοκίνητο, μια που δεν πάει μέσα (οι απαραίτητες προμήθειες μεταφέρονται με φουσκωτά και μηχανοκίνητες “περαταριές” σχεδόν δίπλα). Πριν το εγκαταλείψουμε, πήραμε όλα τα πράγματά μας, γιατί άπαξ και πατούσαμε στον Άγιο Αχίλλειο, δεν υπήρχε δρόμος της επιστροφής.

Λίγο το “σφιχτό” πρόγραμμα που είχαν προσχεδιάσει οι φίλοι μας για την περιήγηση (και τις σχετικές φωτογραφίες πάντα!) στο νησάκι, λίγο η πρεμιέρα της παράστασης του ΚΘΒΕ “Cherchez-La-Femme” (για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Β. Τσιτσάνη), η οποία θα ανέβαινε στο ανοικτό θερινό θεατράκι πάνω στον Άγιο Αχίλλειο (και φυσικά θέλαμε να πάμε από νωρίς, για να πιάσουμε θέσεις!), λίγο ο βιαστικός καφές και οι παραδοσιακές πίτες που θα δοκιμάζαμε στο “στενό” μεσοδιάστημα ανάμεσα στην περιήγηση και την παράσταση, δεν επέτρεπαν τα μπες-βγες από το νησί για να πάρει κανείς πράγματα από το αυτοκίνητο. Οπότε, τα φορτωθήκαμε (είχα φροντίσει για τσάντα με ροδακια – βασική αρχή!) και αρχίσαμε τη διάβαση όχι του Ρουβίκωνα, αλλά της γέφυρας:















Πατώντας στον Άγιο Αχίλλειο, οι...ηθικοί αυτουργοί αυτής της εκδρομής ανακοίνωσαν ότι θα πηγαίναμε πρώτα στο μοναδικό ταβερνάκι-καφενεδάκι πάνω στο νησί, για να αφήσουμε τις τσάντες – κάτι που πολύ γεναιόδωρα κι ευγενικά δέχτηκαν οι ιδιοκτήτες, παρά το πλήθος που μπαινόβγαινε και την αιχμή της δουλειάς – και να κινηθούμε, μόνο με τα απολύτως απαραίτητα, προς τη νότια πλευρά του νησιού, όπου υπήρχαν τα ερείπια της εκκλησίας της Παναγιάς της Πορφύρας, επίσης του 16ου αιώνα.



Στην αυλή της ταβέρνας, η τέχνη ανέπνεε ζωντανή και λειτουργικά δεμενη με το περιβάλλον της - κι αυτό ήταν προτιμότερο απο το να ξεχωρίζει, με την "ταμπέλα" του εκθεματος:
















Αρχίσαμε να βαδίζουμε στο μονοπάτι που περνάει πάνω από το θεατράκι και τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου και συνεχίζει στη δυτική – κυρίως - πλευρά του νησιού, κατηφορίζοντας ως την εν λόγω εκκλησία, στο νοτιοδυτικό μέρος του.



















































Μετά από μια ανάσα στη δροσιά των δέντρων (καλά που ειχαν γεμίσει τα πνευμονια μας οξυγόνο πάνω στο βουνό!), αρχίσαμε την ανάβαση και ακολουθήσαμε πάλι το ίδιο μονοπάτι, λίγο πιο βιαστικά, για να φτάσουμε στο ταβερνάκι, όπου θα απολαμβάναμε – επιτέλους! - έναν καφέ και τις παραδοσιακές πίτες που φτιάχνει εκεί η μητέρα του ιδιοκτήτη. Στις 5 μ.μ., είχαμε ήδη φτάσει και καθόμασταν σ' ένα τραπέζι στον εξώστη της ταβέρνας, να αγναντεύουμε τη λίμνη, τη γέφυρα, τον κόσμο που πηγαινοερχόταν και τα βουνά που αγκάλιαζαν την κοιλάδα.

Ο καφές μας συνέφερε (ήμασταν στο πόδι από τις 5 το πρωί) και οι πίτες αποτέλεσαν ένα καλό “στήριγμα” λίγο αργότερα, όταν, καθισμένοι στις θέσεις που είχαμε καταφέρει να βρούμε, τις τιμήσαμε δεόντως, μια που έφτανε η ώρα του δείπνου – και νηστικό αρκούδι ούτε χορεύει, ούτε τραγουδάει, ούτε παραστάσεις παρακολουθεί, ούτε χειροκροτεί. Ταυτόχρονα, γινόμασταν μάρτυρες των τελικών δοκιμών ήχου, της προθέρμανσης ηθοποιών και χορευτών, καθώς και των τελευταίων οδηγιών της σκηνοθέτη-χορογράφου Σοφίας Σπυράτου και του ηχολήπτη.







Ώσπου ήρθε η ώρα ν' αρχίσει η παράσταση. Στη σκηνή ανέβηκε ο Αλέξης Κωστάλας και, με τη χαρακτηριστικά γνώριμη πια φωνή του, προλόγισε τη βραδιά.

Κατόπιν, έσβησαν όλα τα φώτα, ακούστηκαν οι μαγικές νότες ενός βιολιού και ένα “κανόνι” σημάδεψε την επίσης αγαπημένη γνωστή φιγούρα που εμφανίστηκε από τα παρασκήνια: την Ευανθία Ρεμπούτσικα. Που άνοιξε μελωδικά την πόρτα στο παραμύθι, για να έρθει ο θίασος και οι μουσικοί πίσω από τους θεατές, να ανεβεί στη σκηνή χορεύοντας και τραγουδώντας, και να μας πάρουν μαζί τους σ' ένα νοσταλγικό ταξίδι, γεμάτο αγαπημένα τραγούδια και δυνατά συναισθήματα. Δε θέλω ν΄αδικήσω κανέναν ηθοποιό, χορευτή και μουσικό, που αποτέλεσε οργανικό κομμάτι αυτής της καλοδεμένης και καλοδουλεμένης παράστασης και συντέλεσε στην απογείωσή της. Ας μου επιτραπεί όμως να αποδώσω τα εύσημα – από μια απλή θεατή που δε φιλοδοξεί να κάνει κριτική θεάτρου αλλά να μιλήσει από καρδιάς – στο βασικό πρωταγωνιστή Λεωνίδα Κακούρη (Τσιτσάνης), στη βασική πρωταγωνίστρια Βίκυ Παπαδοπούλου (Ελίζα), στους τραγουδιστές Δημήτρη Μπάση, Γιώτα Νέγκα και Γιάννη Διονυσίου και στη σκηνοθέτη-χορογράφο Σοφία Σπυράτου.



Ας μου επιτραπεί επίσης, σ' αυτό το σημείο, να επιστρέψω στην αφήγηση του ταξιδιού και να κρατήσω εγωιστικά τη μαγεία της εν λόγω παράστασης στη μνήμη μου, υπογραμμίζοντας μόνο το γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρέα των Πρεσπών πήγε να την παρακολουθήσει ξανά στη μονή Λαζαριστών, το Νοέμβρη του 2014, μαζί με άλλους θεατρόφιλους – μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε και τις όποιες διαφορές είχε επιτρέψει ο κλειστός χώρος στη σκηνοθεσία, τη σκηνογραφία, το φωτισμό, αλλά και τον ήχο, καθώς και δυο αντικαταστάσεις: στη θέση της Γιώτας Νέγκα απολαύσαμε την επίσης εξαιρετική Λιζέτα Καλημέρη και στη θέση του Χρήστου Σιμαρδάνη τον Δημήτρη Καλυβιώτη, στο ρόλο του αστυνόμου Μουσχουντή (κουμπάρου του Τσιτσάνη).

Πίσω στα Πρέσπεια λοιπόν: μετά το τέλος της παράστασης, έπρεπε να περιμένουμε τη σειρά μας να διαβούμε τη γέφυρα, αφού δεν επιτρεπόταν μεγάλος αριθμός ατόμων πάνω της, για λόγους ασφαλείας. Είχαμε πάρει τις τσάντες μας από το ταβερνάκι, είχαμε τρισευχαριστήσει τους ιδιοκτήτες για τη φιλοξενία και τελικά, φτάσαμε στο αυτοκίνητο, σιγοτραγουδώντας ακόμα (ΠΟΙΟ τραγούδι του Τσιτσάνη δεν ήταν αγαπημένο μας;) ενώ ταυτόχρονα ανταλλασσαμε εντυπώσεις από την παράσταση. (Τότε ελήφθη και η απόφαση να την ξαναδούμε στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβρη!)

Η επιστροφή στο ξενοδοχείο θα ήταν μακρά, όπως έδειχναν τα πράγματα, αφού, μέχρι τη διασταύρωση του Αντάρτικου (όπου χωρίζουν οι δρόμοι όσων πηγαίνουν Καστοριά από όσων πηγαίνουν Φλώρινα), κινούμασταν σημειωτόν λόγω πληθώρας αυτοκινήτων. Τροχονόμοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν την κατάσταση – και το πέτυχαν, αφού δεν αργήσαμε να απεμπλακούμε και να κινηθούμε γρηγορότερα, από το Αντάρτικο και μετά. Παρ' όλα αυτά, σε όλη τη διαδρομή, ο δρόμος ήταν σπαρμένος με αυτοκίνητα (όλα σχεδόν στο δικό μας ρεύμα, της επιστροφής προς Φλωρινα) και έμοιαζε με γιορτή, που την φέραμε ως το ξενοδοχείο, με το κέφι που είχαμε μέσα στο αμάξι.

Στο δωμάτιο, ντουσάκι και βουρ για ύπνο (κοινώς ξεραθήκαμε!), μια που την επόμενη μέρα το πρόγραμμα προέβλεπε βόλτα μέσα στη Φλώρινα, καφεδάκι και αναχώρηση για επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία – και η επόμενη ανάρτηση στο παρόν ιστολόγιο.

Το φετεινό πρόγραμμα των εκδηλώσεων "Πρέσπεια 2015" θα το βρείτε εδώ.